Παρασκευή, 11 Φεβρουαρίου 2011

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΥΗΝΟΣ, ΤΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΜΟΥ


 

ΝΕΑ ΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ

Γ΄ΛΥΚΕΙΟΥ


ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΥΗΝΟΣ

ΤΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΜΟΥ


ΧΡΟΝΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗΣ:
1η δημοσίευση: 1883 (μεταφρασμένο στα γαλλικά).
ΧΩΡΟΣ:
                                                  Σπίτι + ύπαιθρος
Βιζύη (Αν. Θράκη):      Εκκλησία
                                                  Πατριαρχείο
ΘΕΜΑ: Εξιστόρηση οικογενειακού δράματος με κεντρικό πρόσωπο τη μητέρα του συγγραφέα.
ΔΟΜΗ: Χωρισμός σε δύο μέρη με άξονα το χρόνο.
1ος: Ως το θάνατο της Αννιώς
2ος: Μετά το θάνατο της Αννιώς
(Και επιμέρους σκηνές).
ΤΕΧΝΟΤΡΟΠΙΑ:
            Ηθογραφικό και ψυχογραφικό αφηγηματικό έργο με αυτοβιογραφικά στοιχεία – ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ.
ΓΛΩΣΣΑ:
            Λόγια με τύπους δημοτικής ή ιδιώματα του τόπου του (εκλαϊκευμένη καθαρεύουσα).
Αλλαγή είδους γλωσσικού ανάλογα με το πρόσωπο που μιλά.
Αφηγηματικά μέρη: υπερισχύει η λόγια γλώσσα.
Διάλογοι: δημοτική με ιδιωματισμούς.
Σε ορισμένες λέξεις της δημοτικής προσδίδει λόγιες καταλήξεις (ακούμβησα, άσχημην, εύμορφο…). Πολλοί ΙΔΙΩΤΙΣΜΟΙ.
ΥΦΟΣ:
            Απλό, ανεπιτήδευτο, φυσικό και μικροπερίοδος λόγος – λιτότητα στα σχήματα λόγου.
SOS Αναδρομική αφήγηση
Αυτοβιογραφικό στοιχείο
Προσήμανση
Προοικονομία

                                                                 Παρατηρήσεις

1)         Το μοτίβο της ενοχής της μητέρας και της ανικανότητας – αδυναμίας να οδηγηθεί στον εξαγνισμό αποτελεί στοιχείο που απαντάται και σε ρομαντικά διηγήματα (απόκλιση προς ρομαντισμό).
            Ταυτόχρονα, στο ίδιο έργο, έχουμε και ηθογραφικό μοτίβο (π.χ. προτίμηση θηλυκών παιδιών σε κάποιες αγροτικές κοινωνίες) που αποτελεί στοιχείο ρεαλισμού.
            Ο συνδυασμός οδηγεί στον ιδιότυπο ρεαλισμό του Βιζυηνού (τεχνοτροπία).
            Στο επίπεδο της μορφής έχουμε εναλλαγές και μεταβάσεις από το ρεαλισμό στο ρομαντισμό και αντιστρόφως.
            Στην ουσία, δηλαδή ως προς το περιεχόμενο, υπάρχει σταθερότητα: ψυχογράφηση των προσώπων.
Πραγματολογική διάσταση του έργου (ποια επίπεδα πραγματικότητας υπάρχουν στο διήγημα)
1)      Πραγματικότητα προσωπικής ανάμνησης (χρήση αυτοβιογραφικού στοιχείου).
2)      Η πραγματικότητα της επιστήμης της ψυχολογίας (πως ο συγγραφέας προσεγγίζει και αναλύει το ενοχικό σύνδρομο της μητέρας).
Ποιητική της πλάνης (ή της διπλής πραγματικότητας)
            Χρησιμοποιεί το αυτοβιογραφικό στοιχείο, το οποίο προσδίδει πραγματολογική διάσταση στο έργο του, (υπάρχει αληθοφάνεια εξαιτίας της χρήσης του αυτοβιογραφικού στοιχείου, δίνεται η εντύπωση ότι όσα συμβαίνουν είναι πραγματικότητα), όμως, στην ουσία, απλά θεμελιώνει στο πραγματικό τη μυθοπλασία του και έτσι αναιρεί την (αντικειμενική) πραγματικότητα (ιδιότυπος ρεαλισμός).
Αφηγητής
Είναι δραματοποιημένος – ομοδιηγητικός  - μετέχει και ως πρόσωπο στο έργο – παίζει ουσιαστικό ρόλο στη δράση. Δηλαδή είναι ένας από τους ήρωες του έργου (Γιωργής).
Στοιχεία πρωτοτυπίας
1)      Πρωτοπρόσωπη αφήγηση (ως φωνή προσωπικής μαρτυρίας (με τον τρόπο αυτό αυξάνεται η εγκυρότητα των λεγομένων) – στοιχείο ρεαλισμού).
2)      Ελεύθερος πλάγιος λόγος.
Σε ορισμένα σημεία ο αφηγητής μεταφέρει τα λόγια της μητέρας χωρίς εισαγωγικά => πλάγιος λόγος.
Ωστόσο, αυτά δεν είναι λόγια που ο ίδιος βάζει στο στόμα της μητέρας – αυτά θα έλεγε η μητέρα => στοιχείο ευθύ, ελεύθερου λόγου. Εφόσον, όμως, δεν μπαίνουν σε εισαγωγικά, ούτε ακριβώς δικά της λόγια είναι => στοιχείο ελευθερίας από την πλευρά του αφηγητή, όχι όμως απόλυτης ελευθερίας – όχι αποκλειστικά δική του επινόηση τα λόγια.
Εστιάσεις (αφηγηματικές τεχνικές)
            Άλλες φορές ο αφηγητής ξέρει τα ίδια με τα πρόσωπα που δρουν (εσωτερική εστίαση) (όταν ο ίδιος μετέχει στα όσα συμβαίνουν ως πρόσωπο του έργου, ως ένας από τους ήρωες), άλλοτε λιγότερα (εξωτερική) αλλά ποτέ τα πάντα (μηδενική εστίαση).
Αφηγηματικοί τρόποι / τεχνικές
1)      Αφήγηση – περίληψη (συμπύκνωση).
Αφηγείται όσα έχουν συμβεί (αναγνώστης απών – τα ακούει από τον αφηγητή).
2)      Σκηνική μέθοδος (μίμηση).
Ο αναγνώστης έχει την αίσθηση ότι είναι παρών σ’ αυτά που διαδραματίζονται.
Μέσα σκηνικής μεθόδου:
1)      Διάλογος.
2)      Ελεύθερος πλάγιος λόγος (κανονικά ο πλάγιος λόγος ανήκει στην αφήγηση, όμως ο ελεύθερος πλάγιος λόγος προσεγγίζει περισσότερο τη μίμηση).
ΧΡΟΝΟΣ
Το έργο είναι διήγημα. Στο διήγημα χρησιμοποιείται η αρχή της αφηγηματικής συντομίας δηλαδή η ιστορία δεν παρουσιάζεται ποτέ καθώς εξελίσσεται. Ο Βιζυηνός, παρόλο που γράφει διήγημα και όχι μυθιστόρημα, δείχνει σα να βασίζεται στην αρχή του μυθιστορήματος, εφόσον αφήνει τα γεγονότα να εκτυλιχθούν και να αναπτυχθούν χρονικά περισσότερο από όσο το διήγημα επιτρέπει.
ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΟΥ ΔΑΝΕΙΖΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ:
 Το έργο είναι διήγημα. Δανείζεται, ωστόσο, ορισμένα στοιχεία από το μυθιστόρημα:
.               Ξεπερνά το μονοκεντρισμό του ενός επεισοδίου(Παν. Μουλάς, σελ 334 σχολικού βιβλίου). Αυτό σημαίνει πως η δράση δεν εκτυλίσσεται σε ένα μόνο επεισόδιο, όπως συμβαίνει στο διήγημα, αλλά σε πολλά..
.               Η λειτουργία του χρόνου μπορεί να θεωρηθεί εδώ ως καθαρά μυθιστορηματικό στοιχείο(Παν. Μουλάς, σελ 334 σχολικού βιβλίου). Αυτό σημαίνει ότι ο χρόνος έχει διάρκεια, όπως στο μυθιστόρημα, αφού περιλαμβάνει τη ζωή του αφηγητή από την παιδική ως την ώριμη ηλικία.
.               Το διήγημα είναι η αφηγηματική μορφή που επιτρέπει στο δημιουργό να περιγράψει ένα δράμα την ώρα ακριβώς που κορυφώνεται. Στο μυθιστόρημα έχουμε την αίσθηση μιας εξέλιξης. Στο διήγημα την αίσθηση μιας κατάληξης, ενός παροξυσμού(Παν. Μουλάς, σελ 335 σχολικού βιβλίου). Αυτό σημαίνει πως το διήγημα του Βιζυηνού έχει εξέλιξη, έκταση.
.               Άρα, θα λέγαμε πως η εξέλιξη είναι μυθιστορηματική, αλλά η έκβαση είναι διηγηματική, δεν έχει επίλογο. Επομένως, ο τρόπος που τελειώνει αποτελεί καθαρά διηγηματικό στοιχείο.
ΧΩΡΟΣ
Περιορισμένη η περιγραφή (εξάλλου η περιγραφή αποτελεί στοιχείο νατουραλισμού).
Όταν περιγράφει ένα χώρο, στόχος του δεν είναι να τον απεικονίσει, αλλά να δείξει πώς αυτός αντανακλά ή και επηρεάζει την ψυχική διάθεση των χαρακτήρων του διηγήματος.
            (Ειδικά για την περιγραφή εσωτερικών χώρων: την κάνει, για να δείξει τι συναισθήματα προκαλούν στο πρόσωπο που βρίσκεται μέσα σε αυτούς).
ΥΦΟΣ
            Ανεπιτήδευτο, απλό, με φυσικότητα στο λόγο, μακροπερίοδος λόγος αλλά με απλή σύνταξη, όχι φορτωμένο με σχήματα λόγου, δηλαδή λιτό, σαφές, διαυγές, χαρακτηρίζεται από αμεσότητα.
ΓΛΩΣΣΑ
Αφήγηση: καθαρεύουσα.
Διάλογοι: δημοτική (και μάλιστα με χρήση τοπικών θρακικών ιδιωμάτων).
1)      Ο αφηγητής, όταν αφηγείται χρησιμοποιεί καθαρεύουσα.
2)      Ο αφηγητής δραματοποιημένος, δηλαδή όταν αποτελεί πρόσωπο του έργου:
α) μιλάει δημοτική στη μικρή ηλικία
β) μιλάει λόγια γλώσσα στην ώριμη ηλικία.
3)      Ο αφηγητής, όταν μεταφέρει τα λόγια της μάνας (ελεύθερος πλάγιος λόγος) χρησιμοποιεί λόγο λαϊκότερο (δημοτική).
4)      Όταν μιλάνε τα υπόλοιπα πρόσωπα, η γλώσσα είναι δημοτική και μάλιστα ιδιωματική (θρακικό ιδίωμα).
Σχόλιο: η συγκεκριμένη χρήση της γλώσσας υπηρετεί την αληθοφάνεια του έργου, εφόσον οι χαρακτήρες μιλούν τη φυσική τους γλώσσα.
· Χαρακτηριστικό του διηγήματος => οι αναχρονίες (συνδέεται με το ΧΡΟΝΟ).

Προδρομικές αφηγήσεις                                 Αναδρομικές αφηγήσεις
(κάτι που θα συμβεί στο μέλλον)                   (αναφορά στο παρελθόν)
Στοιχείο πρωτοτυπίας => η ύπαρξη δύο θεματικών αξόνων που συνιστούν
α) την ενοχή της μητέρας
β) την επιβεβαίωση της μητρικής αγάπης        => ενοχοποιημένη αγάπη
           
ανασφάλεια συγγραφέα
            Βασικό στοιχείο σε όλο το διήγημα είναι η προσπάθεια του Γιωργή να κερδίσει και να επιβεβαιώσει τη μητρική αγάπη.
            Στην παιδική ηλικία το επιχειρεί προσπαθώντας να είναι αρεστός στη μητέρα.
            Στην ώριμη ηλικία το επιδιώκει προσπαθώντας να της αφαιρέσει την ενοχή με εξομολόγηση στον Πατριάρχη.
            Συνέπεια προσπαθειών: αποτυχία. Ο εξαγνισμός δεν επέρχεται.
Πρωτεύοντες χαρακτήρες
1)      Σφαιρικοί ή πολυδιάστατοι – ολοκληρωμένοι
2)      Εξελισσόμενοι.
3)      Παθητικοί, υπό την έννοια ότι δεν κατορθώνουν να ξεφύγουν από το αδιέξοδο στο οποίο βρίσκονται.
Δευτερεύοντες χαρακτήρες
1)      Επίπεδοι ή δισδιάστατοι.
2)      Στατικοί.
Κεντρική ιδέα
            Η επιρροή που μπορεί να έχει μια λανθασμένη κίνηση ενός γονιού
α) Στον ψυχισμό του ίδιου του γονιού.
β) Στον τρόπο συμπεριφοράς απέναντι στα παιδιά του.
γ) Στον ψυχισμό των παιδιών.
Τίτλος
- Ο τίτλος διασαφηνίζεται προς το τέλος του έργου, όταν η μητέρα αποκαλύπτει / εξομολογείται στον ώριμο πια Γιωργή το αμάρτημά της.
- Ο τίτλος προϊδεάζει τον αναγνώστη ότι το περιεχόμενο του διηγήματος είναι δραματικό.
- Ο όρος «αμάρτημα» του τίτλου αποτελεί είδος προσήμανσης, σχετικά με το κεντρικό επίπεδο του διηγήματος, τον ένα βασικό θεματικό άξονα, δηλαδή την ενοχή της μητέρας.
- Η κτητική αντωνυμία «μου» (μητρός μου) υποδηλώνει την ύπαρξη αυτοβιογραφικού στοιχείου στο έργο. Προφανώς πρόκειται για πράξη η οποία αφορά προσωπικά το συγγραφέα, γιατί υποκείμενο της ενέργειας και κεντρικό πρόσωπο ήταν το πιο οικείο πρόσωπο του συγγραφέα, η μητέρα του. Επίσης, προετοιμάζει τον αναγνώστη ότι πρόκειται να αντιμετωπίσει μια προσωπική εμπειρία του συγγραφέα. Τέλος, ενημερώνει εξ αρχής ποιο θα είναι το κεντρικό πρόσωπο. Ωστόσο, δεν αναφέρει το όνομά του, αλλά την ιδιότητά του και τη σχέση του με τον ίδιο (μητέρα – γιος).
- Υποδηλώνει πως η αφήγηση θα είναι πρωτοπρόσωπη και ο αφηγητής δραματοποιημένος, δηλαδή ένας από τους ήρωες του διηγήματος.

ΙΔΙΟΤΥΠΟΣ ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ

-          Τα μοτίβα του επιφανειακά δείχνουν να είναι λαογραφικά, αλλά στην πραγματικότητα είναι φορείς βαθύτερων σημασιών που είναι καθοριστικές για το συγγραφέα (πίσω από την ηθογραφία βρίσκεται η ψυχογραφία – γι’ αυτό είναι ιδιότυπος ο ρεαλισμός του – δηλαδή βαθύτερη διείσδυση στον εσωτερικό τους κόσμο).
-          Ξεφεύγει από τα όρια του ορθόδοξου ρεαλισμού επειδή οι προσωπικοί μύθοι και οι πεποιθήσεις του εκφράζονται και λειτουργούν ακολουθώντας με τον τυπικό χαρακτήρα του ρεαλισμού, αλλά ξεπερνώντας τον στην ουσία.
-          Μέσα στο εξεταζόμενο πεζογράφημα, υπάρχουν στοιχεία συγκεκριμένα που επιβεβαιώνουν τον ιδιότυπο χαρακτήρα του ρεαλισμού του Βιζυηνού:
1) Το «πλάκωμα» του βρέφους από τη μάνα = ρεαλιστικό μοτίβο.
2) Η προτίμηση των θηλυκών παιδιών σε ορισμένες αγροτικές κοινωνίες = ρεαλιστικό μοτίβο, ηθογραφικό.
      Πίσω από αυτά τα δύο ρεαλιστικά μοτίβα υπάρχει το θέμα της ενοχής, της εξάγνισης και της αυτοτιμωρίας της μητέρας του αφηγητή (ψυχογραφικά χαρακτηριστικά).
      Άρα => χρησιμοποιεί το ρεαλισμό αλλά ξεφεύγει από αυτόν, γιατί εμβαθύνει. Ο ρεαλισμός αποτελεί το εφαλτήριο του, το σημείο εκκίνησης.
-          Ο ρεαλισμός του έγκειται στην πραγματολογική διάσταση του έργου του, δηλαδή το έργο θεμελιώνεται πάνω στη βάση της αντικειμενικής πραγματικότητας. Όσα περιγράφει φαίνονται ως πραγματικά γεγονότα και μάλιστα ως αυτοβιογραφικά στοιχεία (παιδικές αναμνήσεις, ηθογραφία, αυτοβιογραφία, αναφορά σε επικοινωνία χαρακτήρων με τον έξω κόσμο, πρόσωπα υπαρκτά σε στιγμιότυπα της ζωής του, σε συνήθειες των ανθρώπων και σε νοοτροπίες).
Η ιδιοτυπία έγκειται στο ότι πίσω από αυτή την αντικειμενικότητα (ρεαλισμό) βρίσκεται η ψυχογράφηση και κυρίως το μοτίβο της ενοχής της μητέρας του και οι συνέπειές του στα οικεία της πρόσωπα.
-          Άλλο ένα στοιχείο που δείχνει τον ιδιότυπο ρεαλισμό του είναι η σύνδεση του φανταστικού με το πραγματικό και συγκεκριμένα με το αυτοβιογραφικό στοιχείο. Θεμελιώνει τη μυθοπλασία του στον «πραγματικό κόσμο», αλλά η συνείδηση του πραγματικού λείπει από το έργο. Προβάλλεται, τελικά, η συνείδηση του φανταστικού, του στοιχείου εκείνου, δηλαδή, που οι χαρακτήρες εκλαμβάνουν ως πραγματικό, ενώ αποτελεί την προσωπική τους ερμηνεία, άρα απέχει από την πραγματικότητα (πως βλέπουν εκείνοι τον κόσμο και όχι όπως είναι ο κόσμος). Τελικά, υπάρχουν δύο παράλληλες, έως και αντίθετες πραγματικότητες.
-          Άλλο στοιχείο που καταδεικνύει τον ιδιότυπο ρεαλισμό τους είναι η προβολή της πραγματικότητας στο επίπεδο της ψευδαίσθησης. Σε όλο το διήγημα είναι διάχυτη η αίσθηση ότι πειραματίζεται πάνω στην ίδια του τη συνείδηση του πραγματικού, δηλαδή επιχειρεί να βρει κατά πόσο η προσωπική του ερμηνεία σχετίζεται ή όχι με την πραγματικότητα (π.χ. τελικά ζήλευε ή όχι την μικρή του αδερφή). Έτσι, καταλύει τους συμβατικούς τρόπους της αντίληψης και ξεφεύγει από τα όρια του παραδοσιακού και «ορθόδοξου» ρεαλισμού.
-          Ο ιδιότυπος ρεαλισμός του έγκειται και στο γεγονός ότι συνδυάζει την αβεβαιότητα, την αμφισημία και τη σχετικότητα με περιστατικά που εξωτερικά δείχνουν πραγματικά, δηλαδή ρεαλιστικά. Δίνει στον κόσμο τρεις διαστάσεις: ενώ ο κόσμος υπάρχει και τον περιγράφει (στοιχείο ρεαλισμού) του προσδίδει και άλλες διαστάσεις για να τον ερμηνεύσει (ιδιοτυπία).
-          Βασικό στοιχείο του ιδιότυπου ρεαλισμού του αποτελεί η σταθερή λειτουργία του θέματος της διπλής πραγματικότητας (υποκειμενική ερμηνεία του κόσμου, της πραγματικότητας). Αυτό το επιτυγχάνει με
                                                α) το νόμο της έκπληξης
Νόμοι πλοκής             β) το νόμο της αγωνίας
γ) το νόμο της αληθοφάνειας (παραδοσιακή μορφή πλοκής)
(Β.Αθανασόπουλος)
Η αληθοφάνεια σχετίζεται με το ρεαλισμό και οι άλλοι δύο νόμοι με την ανατροπή της φαινομενικής πραγματικότητας, άρα με την υπέρβασή του.
       Το σκηνικό πλαίσιο είναι η εξωτερική πραγματικότητα (στοιχείο ρεαλισμού).
       Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εξυφαίνεται το μυστήριο, και με τους νόμους της έκπληξης και της αγωνίας η πραγματικότητα αυτή (η εξωτερική) αναιρείται (στοιχείο ιδιοτυπίας του ρεαλισμού του).
       Ο Βιζυηνός στα αφηγηματικά μέρη τηρεί τον παραδοσιακό ρεαλισμό εμμένοντας στην ηθογραφία, στα διαλογικά μέρη επίσης τον τηρεί, με τη χρήση του ιδιώματος (αληθοφάνεια). Παρόλα αυτά, ξεπερνά αυτόν τον παραδοσιακό ρεαλισμό, διεισδύοντας στην εσωτερική πραγματικότητα των χαρακτήρων του (ψυχογράφηση).
-          Η ψυχολογική διάσταση υποκαθιστά την κοινωνική.
-      Ο ρεαλισμός του Βιζυηνού είναι ιδιότυπος, γιατί είναι πολύ προσωπικός, δηλαδή δεν απορρέει από τη μαθήτευση του συγγραφέα σε κάποια σχολή – πρόκειται για δική του επινόηση.
     Ο ρεαλισμός αποτελεί, το μέσο (σκηνικό πλαίσιο) και όχι το σκοπό του συγγραφέα. Επιδίωξή του δεν είναι να περιγράψει την πραγματικότητα της εποχής, αλλά να ερμηνεύσει τα ψυχοκίνητρα της δράσης ορισμένων ατόμων, που έζησαν σε αυτή την εποχή και κοινωνία. Η κοινωνία και η εποχή παρουσιάζονται ρεαλιστικά, γιατί αποτελούν ορισμένους μόνο από τους παράγοντες που επιδρούν στην ψυχολογία και την ψυχοσύνθεση των ανθρώπων. Γι’ αυτό και τις παρουσιάζει με τρόπο ρεαλιστικό.
-          Άρα η ιδιοτυπία στο ρεαλισμό του δεν εξυπηρετεί αισθητικούς σκοπούς, αλλά ουσιαστικότερους και βαθύτερους, δηλαδή την προσέγγιση του βασικού θέματος, που είναι η ενοχή, ο εξαγνισμός, η αυτοτιμωρία και η κάθαρση.
Άρα χρησιμοποιεί το ρεαλισμό και την ηθογραφία για να επιτύχει τη λύτρωση.
Χαρακτήρες
-          Τοποθετεί τους χαρακτήρες του σε συγκεκριμένο κοινωνικό περιβάλλον και συγκεκριμένη εποχή (ρεαλισμός). Ωστόσο, η ψυχολογική διάστασή τους υποκαθιστά την κοινωνική. Τους τοποθετεί σε συγκεκριμένο περιβάλλον, για να υπηρετήσει το νόμο της αληθοφάνειας και να προσδώσει πραγματολογική διάσταση στο έργο του.
-          Ξεπερνά τα πλαίσια της ηθογραφίας και στοχεύει στην ψυχογράφηση των χαρακτήρων του.
-          Με την τοποθέτησή τους σε συγκεκριμένο κοινωνικό περιβάλλον οι χαρακτήρες δε αποτελούν απλώς φορείς ή και συντελεστές ενός μύθου. Ο συγγραφέας τους χρησιμοποιεί, για να αποδώσει την κοινωνική πραγματικότητα περιγράφοντας τη μέσα από την καθημερινότητα των ανθρώπων. Με αυτό τον τρόπο η πραγματικότητα που περιγράφεται είναι πιο ζωντανή και αληθοφανής (αληθοφάνεια).
-         Οι χαρακτήρες του διηγήματος αποτελούν φορείς της σύγκρουσης δύο πραγματικοτήτων, δηλαδή μέσω αυτών (των προσώπων) παρουσιάζει την υποκειμενική ερμηνεία του εξωτερικού κόσμου. Εφαρμόζει την αρχή της αντίθεσης ως προς τις οπτικές γωνίες των προσώπων. Παρουσιάζει παράλληλες έως και εντελώς αντίθετες πραγματικότητες (ιδιοτυπία ρεαλισμού).

ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ
                        α) Ζωντανεύουν το κοινωνικό πλαίσιο.
β) Ερμηνεύουν αυτό το κοινωνικό πλαίσιο και εν γένει την εξωτερική πραγματικότητα. Κι έτσι επίκεντρο γίνονται οι ίδιοι και η κοινωνική πραγματικότητα αποτελεί απλώς το σκηνικό πλαίσιο (ιδιότυπος ρεαλισμός Βιζυηνού).
γ) Το κοινωνικό περιβάλλον χρησιμεύει ως παράγοντας που επιδρά στην ψυχοσύνθεσή τους.
-          Ο τρόπος που λειτουργούν οι χαρακτήρες δημιουργεί ένα κλίμα παραλόγου, μέσα στο οποίο κλιμακώνεται η πλοκή των διηγημάτων του Βιζυηνού. Έτσι, ενώ είναι θετικοί, δηλαδή ως προς το γεγονός ότι θέτουν σκοπούς και αγωνίζονται να τους επιτύχουν (π.χ. η μητέρα του αφηγητή θέτει ως στόχο να απολυτρωθεί από τις ενοχές της), ως προς τη δράση τους είναι αρνητικοί. Αυτό σημαίνει πως στην πορεία της δράσης του κάποιο καινούργιο στοιχείο παρουσιάζεται αιφνίδια (νόμος έκπληξης και αγωνίας) και εμποδίζει την πορεία προς την επίτευξη του στόχου που έχουν θέσει, γιατί τους αποκαλύπτεται μια άλλη πτυχή – ερμηνεία της πραγματικότητας, η οποία τους αναιρεί όσα πίστευαν και με βάση αυτά ως τώρα πορεύονταν. (Η δράση των χαρακτήρων καθορίζεται από αρνητική διαλεκτική).
-          Οι χαρακτήρες, σε ορισμένα σημεία, αδυνατούν να επικοινωνήσουν πραγματικά (τα πρόσωπα χαρακτηρίζονται από αδυναμία πραγματικής επικοινωνίας μεταξύ τους). Αυτό συμβαίνει εξαιτίας της διαφορετικής οπτικής, σύμφωνα με την οποία αντιλαμβάνονται και ερμηνεύουν την πραγματικότητα (αρχή της αντίθεσης μεταξύ δύο παράλληλων πραγματικοτήτων).
Η αδυναμία επικοινωνίας, λοιπόν, δεν οφείλεται στο γεγονός ότι τα πρόσωπα αποκρύπτουν την αλήθεια ή επιχειρούν να εξαπατήσουν το ένα το άλλο, γιατί αντιμετωπίζουν διαφορετικά την αλήθεια (στοιχείο παραλόγου ή διφορούμενη αλήθεια).
Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο διάλογος αφηγητή – μητέρας. (Ως «διάλογος» νοείται κάθε μορφή επικοινωνίας μεταξύ τους).
            «Διάλογο» έχουμε σε δύο φάσεις
1)      Παιδική ηλικία αφηγητή
Σ’ αυτόν παρουσιάζεται ο αφηγητής να αποζητά και να αγωνίζεται, για να κερδίσει την αγάπη της μητέρας του εφόσον αμφιβάλλει γι’ αυτή.
2)      Ώριμη ηλικία αφηγητή
Σ’ αυτόν παρουσιάζεται η μάνα, η οποία επιχειρεί να εξομολογηθεί το αμάρτημα, να συγχωρεθεί από το γιο και να εξαγνιστεί.
     Αυτός ο δεύτερος διάλογος, όσο και ο πρώτος δεν επιτυγχάνουν την επικοινωνία των δύο προσώπων – τραγική διάσταση έργου / χαρακτήρων.
-          Ο τόνος της διήγησης αντικατοπτρίζει τη διάθεση του συγγραφέα απέναντι στους χαρακτήρες, τους αντιμετωπίζει με συμπάθεια και συγκίνηση – ανάλογη περισσότερο με συναισθήματα προς πρόσωπα υπαρκτά (είναι άλλωστε) παρά με συναισθήματα του δημιουργού (συγγραφέα) προς τα δημιουργήματά του (χαρακτήρες).
            Άλλωστε, ο Βιζυηνός είναι ένας από τους χαρακτήρες του έργου του.
· Όλοι οι χαρακτήρες διαψεύδονται και αυτοαναιρούνται. Ο ίδιος ως πρόσωπο υπαρκτό οδηγήθηκε στην παραφροσύνη (πολλαπλή αλήθεια – συνέπεια της η παράνοια). Αυτό αποτελεί κοινό στοιχείο του συγγραφέα με τα πρόσωπα του έργου του ως χαρακτήρες.
· Τέλος, η όποια αλήθεια υπάρχει, είναι η αλήθεια του καθενός (υποκειμενισμός). Εν ολίγοις, δεν αποκαλύπτεται ποτέ μέσα από τους διαλόγους των προσώπων, αλλά μέσα από το μονόλογο του καθενός, ο οποίος λειτουργεί παράλληλα προς το μονόλογο του άλλου. Τα πρόσωπα, δηλαδή, ακολουθούν παράλληλες πορείες, οι οποίες δε συγκλίνουν ποτέ.

ΔΡΑΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΒΙΖΥΗΝΟΥ
1)      Συνδυάζει δύο τρόπους αφήγησης:
α) Την αφήγηση - περίληψη.
β) Τη σκηνική μέθοδο, μίμηση, διάλογος
γ) Δραματοποιημένος αφηγητής – συμμετέχει στα δρώμενα.
δ) Ελεύθερος πλάγιος λόγος.
2)      Δραματικός τόνος – συγκινησιακός.
α) Το θέμα δεν είναι ευχάριστο.
β)Τα πρόσωπα χαρακτηρίζονται από τραγικότητα(δεν επικοινωνούν ουσιαστικά, δεν εξιλεώνονται).
γ)Βρίσκονται σε αδιέξοδο – αδυνατούν να επικοινωνήσουν ουσιαστικά – χαρακτηρίζονται από αρνητική διαλεκτική ως προς τους στόχους που θέτουν, αφού κάποια στοιχεία που εμφανίζονται απροσδόκητα τα εμποδίζουν να τους επιτύχουν.
δ)Δεν έχει αίσιο τέλος – η μητέρα δεν απολυτρώνεται – ούτε ο Γιωργής.

Αφηγηματικές τεχνικές Βιζυηνού
1)      Πρωτοπρόσωπη αφήγηση – συγγραφέας αφηγητής.
(αποτελεί στοιχείο ρεαλισμού).
            Παρουσιάζει την αφήγηση ως μαρτυρία και της προσδίδει αληθοφάνεια.
2)      Εσωτερική εστίαση – όμως από αφηγηματική σκοπιά η αφήγηση δεν είναι τόσο περιορισμένη όσο ενός μόνο χαρακτήρα – αφηγητή ούτε τόσο απεριόριστη όσο του παντογνώστη – αφηγητή. Είναι διπλός ο ρόλος του, και χαρακτήρας και αφηγητής.

SOS Παρόλο που ψυχογραφεί τα πρόσωπα, δεν οδηγείται σε μηδενική εστίαση, δηλαδή δε γίνεται παντογνώστης.
            Αν η εστίασή του ήταν μηδενική, δε θα ίσχυε ο νόμος της έκπληξης και της αγωνίας, δηλαδή δε θα υπήρχε το αίνιγμα και το μυστήριο, που αποτελούν σημείο εκκίνησης του διηγήματος.
Άρα: κυρίως κινείται μεταξύ εσωτερικής και εξωτερικής εστίασης.
3)      Ελεύθερος πλάγιος λόγος:
Μ’ αυτή την τεχνική κινείται μεταξύ των δύο εστιάσεων.
Αυτοβιογραφικό στοιχείο 
Γιατί το χρησιμοποιεί
1)      Δεν κατασκευάζει μύθους, αλλά, κυρίως μέσω της ανάμνησης, περιγράφει έναν υπαρκτό κόσμο στον οποίο έζησε και τον εμπλουτίζει με μυθοπλασίες.
2) Το αυτοβιογραφικό στοιχείο επιλέγεται ως βάση της μυθοπλασίας του από εκεί αντλεί ορισμένες ιδέες για την πλοκή του έργου (όμως δεν είναι αυτή η βασική λειτουργία του αυτοβιογραφικού στοιχείου, ούτε η μόνη – αν συνέβαινε κάτι τέτοιο θα επρόκειτο για μυθοπλαστική αδυναμία, έλλειψη ιδεών – όμως κάτι τέτοιο δεν ισχύει).
-          Το αυτοβιογραφικό στοιχείο σχετίζεται επίσης και με την υπερβολική του ευαισθησία, την ανάγκη, δηλαδή να αναζητά παρηγοριά ή βοήθεια από τους άλλους.
-          Με τη χρήση του αυτοβιογραφικού στοιχείου επιδιώκει να διατηρήσει ζωντανά κάποια στοιχεία από το παρελθόν του, ώστε να κατορθώσει μέσω αυτών, να ερμηνεύσει, την ίδια του την ύπαρξη, να κατακτήσει δηλαδή την αυτογνωσία.
-          Επιτυγχάνει, εκτός από τη λύτρωση, την ευχαρίστηση να μιλά για τη ζωή και τον εαυτό του.
-          Χρησιμοποιεί το αυτοβιογραφικό υλικό για να επιτύχει την εφαρμογή του νόμου της αληθοφάνειας. Αυτή η επιδίωξή του, δηλαδή η πραγματολογική διάσταση του έργου του, αποτελεί ίσως τη βασικότερη αιτία που τον οδήγησε στη χρήση αυτοβιογραφικών στοιχείων.

Ανάλυση
Ενότητα 1η
«Άλλην αδελφήν… Αννιώ! εγλύτωσεν από τα βάσανά του»
σελ. 125 – 138

«Άλλην αδελφήν… Αννιώ» => τραγική ειρωνεία, γιατί ο μικρός Γιωργής και ο αδερφός του αγνοούσαν τότε την ύπαρξη της αδερφής στην οποία οφειλόταν το «αμάρτημα της μητρός τους». Η άγνοια αιτιολογείται, εφόσον εκείνη η μικρή αδερφή είχε πεθάνει σε βρεφική ηλικία, πριν ακόμα γεννηθούν τα αγόρια.
§1: Δίνεται στοιχεία για την ιδιαίτερη αγάπη που έτρεφε η μητέρα στην Αννιώ.
α) την εκάθιζε δίπλα της στο τραπέζι
β) απ’ ό,τι είχαν της έδινε το καλύτερο
γ) της αγόραζε καινούργια ρούχα – σε αντιδιαστολή με τα αγόρια που ντύνονταν με τα αποφόρια του πατέρα τους.
· Πληροφορία για την οικογενειακή τους κατάσταση:
            Είναι ορφανοί από πατέρα.
§2: 4ο στοιχείο της αδυναμίας της μητέρας προς την Αννιώ: Δεν την πίεζε ως προς το θέμα της εκπαίδευσης. – Η συμπεριφορά αυτή της μητέρας πάλι εκφράζεται σε αντιδιαστολή προς τη στάση της απέναντι στα αγόρια: τα πίεζε να μάθουν γράμματα και να πάνε στο σχολείο. Βέβαια, αυτή η επιείκεια προς την Αννιώ εξηγείται λογικά, γιατί ήταν φιλάσθενη αλλά και θηλυκό. Σύμφωνα με τη νοοτροπία της εποχής, η εκπαίδευση ήταν απαραίτητη για τα αγόρια, αλλά όχι για τα κορίτσια.
§3: Σχολιάζει πως η συμπεριφορά της μητέρας θα ήταν λογικό να προκαλέσει το φθόνο των αγοριών.
§4: Εξηγεί πως κάτι τέτοιο δεν είχε συμβεί, για τους εξής λόγους:
1)      Τα αγόρια ήταν πεπεισμένα για την αμερόληπτη αγάπη της μητέρας.
2)      Θεωρούσαν τη συμπεριφορά της φυσιολογική δεδομένου πως η Αννιώ ήταν μοναχοκόρη.
Σχόλιο: Αυτά που αναφέρονται στο συγκεκριμένο σημείο του διηγήματος αποτελούν σχόλια που εκφράζουν την οπτική γωνία του ώριμου αφηγητή.
§5: Δίνεται 3ος λόγος που αιτιολογεί όχι μόνο την αδυναμία της μητέρας προς την Αννιώ αλλά και την αδυναμία των αγοριών προς αυτή: ήταν καχεκτική και φιλάσθενη.
4η αιτία που τα αγόρια τη φρόντιζαν ιδιαίτερα: ο χαρακτήρας της. Δεν ήταν φιλόπρωτος ούτε υπεροπτική.
§6: Περιγράφεται ο χαρακτήρας της Αννιώς και η συμπεριφορά της απέναντι στα αδέρφια της. Αυτό δικαιολογεί την αγάπη που της είχαν και την απουσία φθόνου.
            §7: Εξωτερική περιγραφή της Αννιώς – Επισημαίνεται ότι τα εξωτερικά της χαρακτηριστικά απηχούσαν τον εσωτερικό της κόσμο (ψυχογραφικό στοιχείο).
            §8: Συνεχίζεται η περιγραφή της συμπεριφοράς τα Αννιώς προς τα αδέρφια της, η ιδιαίτερη περιποιητικότητά της και το γεγονός πως μοιραζόταν μαζί τους τα δώρα των γειτόνων που της έφερναν, επειδή ήταν άρρωστη. Επισημαίνεται πως όλα αυτά γίνονταν κρυφά από τη μητέρα, που θύμωνε => λογική αντίδραση, εφόσον η Αννιώ ήταν άρρωστη.
            §9: Επιδείνωση της υγείας της Αννιώς. Σημείο καίριο, που προοικονομεί την εξέλιξη (θάνατο Αννιώς).
Ø      Ως το σημείο αυτό έχει περιγραφεί αναλυτικά η προσωπικότητα της Αννιώς, η σχέση της με τα αδέρφια της, η άνιση μεταχείρισή τους από τη μητέρα, αλλά και η δικαιολόγησή της από τη πλευρά του Γιωργή ως ώριμου πια αφηγητή.
            §10: Οι αντιδράσεις της μητέρας μετά το θάνατο του πατέρα. Ακολουθώντας τα έθιμα που οφείλονταν σε τουρκική επίδραση (λαογραφικό στοιχείο) δεν έβγαινε από το σπίτι. Αναγκάστηκε, όμως, να εργαστεί, εξαιτίας της ασθένειας της Αννιώς.
            §11: Οι προσπάθειες της μητέρας να θεραπεύσει την Αννιώ:
1)      Ρωτούσε ανθρώπους με παρόμοια ασθένεια πώς θεραπεύτηκαν.
2)      Αγόραζε βότανα από γριές. Οι θεραπευτικές ιδιότητες των βοτάνων είναι γνωστές από την αρχαιότητα (λαογραφικό στοιχείο).
3)      Συμβουλευόταν ξένους α) με παράδοξη εμφάνιση
         β) φημισμένους για τις γνώσεις τους.
· Λαογραφικό στοιχείο του πνευματικού βίου: «Οι ‘‘διαβασμένοι’’, κατά τους λαούς, είναι παντογνώσται».
Επισημαίνεται μια κοινή αντίληψη καθώς και μια δοξασία πως οι ξένοι οδοιπόροι ήταν μεταμφιεσμένα όντα που είχαν υπερφυσικές δυνάμεις (λαογραφικό στοιχείο).
§12: Ένα από τα μέσα που μεταχειρίστηκε η μητέρα, στην απόγνωσή της, ήταν ο κουρέας της συνοικίας, ο «μόνος επίσημο ιατρός» της περιφέρειας (λαογραφικό στοιχείο – δεδομένης της έλλειψης ειδικών, διάφοροι οικειοποιούνταν την ιδιότητα του γιατρού, για να εκμεταλλεύονται τον κόσμο και να κερδίζουν από την αμάθειά και την απελπισία του.
§13: Με ύφος χιουμοριστικό και ειρωνικό σχολιάζει τη συμπεριφορά του κουρέα, τον οποίο κερνούσαν ρακή.
            §14: Ακολουθεί δραματοποίηση – τεχνική της μίμησης – χρήση ευθέως λόγου, για να αποδοθεί παραστατικότερα η συμπεριφορά του κομπογιαννίτη κουρέα.
            §15: Η ειρωνεία ακολουθεί. Αναφέρεται η αμοιβή του εν λόγω απατεώνα, ο οποίος αποσπούσε από την οικογένεια αγαθά που είχε για να συντηρείται (κοινωνικό σχόλιο – καταγγελία).
            §16: Η μητέρα αντιλήφθηκε πως ο κουρέας δεν ήταν γιατρός, έτσι έπαψε να χρησιμοποιεί τα ‘‘γιατρικά’’ που της συνέστηνε, αλλά εξακολουθούσε να τον πληρώνει. Ο Βιζυηνός επιχειρεί να ερμηνεύσει την παράδοξη συμπεριφορά της μητέρας: η ανάγκη της να παρηγορηθεί, να ελπίσει, ανάγκη την οποία της ικανοποιούσε ο κουρέας με τα λεγόμενά του, ακόμα και αν δεν την έπειθε (ψυχολογικό αίτιο).
            §17: Στα λεγόμενα του κουρέα ότι η πορεία της ασθενούς ήταν αυτή που εδικαιούτο να περιμένει η επιστήμη από τις συνταγές του (§16) (φράση αμφίσημη και διπλωματική εκ μέρους του, δηλωτική της πονηριάς του), ο Βιζυηνός απαντά με το καυστικό σχόλιο ότι όντως τα λεγόμενά του ήταν αληθή και γι’ αυτό η κατάσταση της Αννιώς επιδεινωνόταν, έστω με αργούς ρυθμούς.
Παράλληλα, επιδεινωνόταν η ψυχολογία της μητέρας.
§18 – 19: (Λαογραφικό στοιχείο)
            §18: Γενίκευση (γενικευμένη διατύπωση).
Ερμηνεύει τη λαϊκή συνείδηση, η οποία αποδίδει τις μακροχρόνιες ασθένειες σε αιτίες υπερφυσικές.
            §19: Αναφέρονται σε μορφή ευθέως λόγου στις φράσεις που αισθητοποιούν κι εκφράζουν τις προαναφερόμενες δεισιδαιμονίες. Εξασφαλίζει έτσι αμεσότητα, παραστατικότητα, ζωντάνια, αληθοφάνεια.
            §20: Μέσω παραγωγικού συλλογισμού οδηγείται στην τοποθέτηση της μητέρας του απέναντι στις αναφερόμενες αντιλήψεις. Τη χαρακτηρίζει ευσεβή και όχι δεισιδαίμων, επομένως την παρουσιάζει να αντιδρά, αρχικά, αρνητικά, φοβούμενη μήπως αμαρτήσει. Παρουσιάζει όμως τη μεταστροφή της, στην οποία οδηγήθηκε εξαιτίας της απόγνωσής της. Η τελευταία περίοδος της παραγράφου αποτελεί προσήμανση της ακόλουθης στάσης της μητέρας.
            §21: Η επιδείνωση της κατάστασης της Αννιώς, λοιπόν, την οδήγησε στη χρήση παρα – θρησκευτικών μέσων.
            §22: Πρώτη απόπειρα θεραπείας μέσω της μαγγανείας: ένα χαϊμαλί «με μυστηριώδεις αραβικές λέξεις». Αντικείμενα – φυλακτά που απομακρύνουν το κακό και λόγια με μαγική δύναμη περιλαμβάνονται στις δοξασίες όλων των λαών, ειδικά, όμως, οι λαοί της ανατολής έχουν μεγαλύτερη παράδοση σε αυτά, κατά τη λαϊκή αντίληψη.
            §23: Αντιπαραθέτει χριστιανικά – παγανιστικά μέσα ίασης:
-          αγιάσματα – γοητείαι (= μαγικά τεχνάσματα)
-          ευχολόγια ιερέων – σαλαβάτια (= προσευχές, αραβικής προέλευσης λέξη) μαγισσών.
Τα προαναφερόμενα μέσα δεν απέδωσαν.
            §24: Η υγεία της Αννιώς και η ψυχολογική κατάσταση της μητέρας είναι αλληλένδετες. Επιδείνωσή τους.
            §25: Χρησιμοποιεί ασύνδετο σχήμα και επανάληψη της ερωτηματικής αντωνυμίας «ποιος», για να επισημάνει την παραμέληση των καθηκόντων της μητέρας προς τα αγόρια, την οποία ωστόσο, εκ των προτέρων (§24) έχει δικαιολογήσει.
            §26: Παρουσιάζεται ως βουβό πρόσωπο η μεγάλης ηλικίας γυναίκα που είχε αναλάβει την περίθαλψη των αγοριών. Η αναφορά του τόπου καταγωγής της τη συγκεκριμενοποιεί και προσδίδει αληθοφάνεια. Παραπέμπει στην πιθανότητα να πρόκειται για υπαρκτό πρόσωπο, για αυτοβιογραφικό στοιχείο.
            §27: Συνεχίζει την παράθεση των ενεργειών της μητέρας με στόχο τη θεραπεία της Αννιώς, αρχίζοντας με το σχόλιο – παράπονο πως τη μητέρα τους δεν την έβλεπαν για ολόκληρες ημέρες (εμφανής η απουσία της).
            Οι ενέργειες αντλούνται από το χώρο της λαογραφίας και συνδέονται με την πίστη σε θαύματα. Μετά τις μαγγανείες παρατηρούμε ξανά στροφή στο χώρο της θρησκείας ως ύστατης ελπίδας.
            §28: (σελ. 129 – 131) Η καταφυγή στην εκκλησία ως έσχατο μέσο, εφόσον θρησκευτικοί θεσμοί παρέχουν ένα αίσθημα ασφάλειας.
            §29: Περιγραφή της μεταφοράς της ασθενούς στην εκκλησία. Οι προετοιμασίες και η εγκατάσταση εκεί.
            §30: Αρχίζει μια παρέκβαση, για να αιτιολογήσει τη σκοπιμότητα της εγκατάστασης στην εκκλησία. «Όλος ο κόσμος το έλεγεν ότι είχεν ‘‘εξωτικόν’’» δηλαδή ότι ήταν δαιμονισμένη. Είχε πεισθεί η μητέρα.
            §31 – 33: Ποια μέτρα θα έπρεπε να ληφθούν, για να εξορκιστεί το κακό. Γίνεται αναφορά στην προαιώνια πάλη καλού – κακού και περιγράφεται η διαδικασία του εξορκισμού, στην εκκλησία.
            §34: Συχνά οι ασθενείς δεν αντέχουν τον εξορκισμό και ξεψυχούν. Κέρδος: η σωτηρία της ψυχής τους.
Στο σημείο αυτό ολοκληρώνεται η παρέκβαση.
Στόχος παρέκβασης: η ενημέρωση του αναγνώστη ως προς την τελετουργία του εξορκισμού. Εμφανής η θρησκευτική επίδραση στο Βιζυηνό, σε παραλληλισμό προς την ηθογραφία και τη λαογραφία.
            §35: Δεδομένης της ενδεχόμενης περίπτωσης η ασθενής να μην αντέξει τον εξορκισμό, εξηγείται η αγωνία της μητέρας.
            §36: Περιγράφεται η πρόσκαιρη βελτίωση της διάθεσης της Αννιώς. Η τεχνική της μίμησης (χρήση ευθέως λόγου) σε εναλλαγή με την αφήγηση προσδίδει στο λόγο ζωντάνια και παραστατικότητα. Ταυτόχρονα, αποδίδεται η στοργή της και για τα δυο αδέρφια της. Υποφαίνεται ένας λανθάνων υπαινιγμός για τη διάκριση που γινόταν από τη μητέρα, ως προς το ίδιο ζήτημα, η οποία θα καταστεί εμφανώς αμέσως μετά.
            §37 – 41: Η πρώτη διανυκτέρευση στην εκκλησία.
Αποδίδεται η ψυχολογική κατάσταση του Γιωργή, ο τρόμος του.
            §38: Ο πρώτος εφιάλτης σχετιζόταν με το παιχνίδι του φωτός και τις αγιογραφίες. Η παιδική φαντασία υποβάλλεται από τα οπτικά ερεθίσματα και βλέπει τον Άγιο της εικόνας να ζωντανεύει.
            §39: Τα ηχητικά ερεθίσματα που προκαλεί ο άνεμος κινητοποιούν τη φαντασία του Γιωργή. Φαντάζεται τους νεκρούς που βρίσκονται θαμμένοι στο προαύλιο της εκκλησίας να επιχειρούν να εισέλθουν. Φτάνει σε τέτοιο σημείο φρίκης, ώστε να έχει παραισθήσεις.
            Είναι φανερό πως το παιδί βρίσκεται σε άθλια ψυχολογική κατάσταση. Η προσέγγιση γίνεται από την πλευρά του ήρωα της παιδικής ηλικίας, χωρίς ερμηνευτικές προσεγγίσεις από την πλευρά του ώριμου αφηγητή.
            §41: Το ήθος του Γιωργή και η αδελφική αγάπη δεν του επιτρέπουν να εκφράσει τους φόβους του, για να μην τον στείλει η μητέρα του στο σπίτι. Προτεραιότητα του είναι να βρίσκεται μαζί με την αδελφή του κι ας φοβάται.
            §42: Επιλέγει την παραμονή του στην εκκλησία και τις επόμενες νύχτες, υπομένοντας τον τρόμο και βοηθώντας τη μητέρα σε πρακτικά ζητήματα.
            §43: Αναφέρεται σε πρωταρχικές εργασίες που εκτελούσε, για την εξυπηρέτηση των βασικών τους βιοτικών αναγκών: θέρμανση, ικανοποίηση της δίψας, καθαριότητα του χώρου.
            Επίσης, βοηθούσε και στην τελετουργία εξορκισμού της αδερφής του κάθε Κυριακή.
            Αυτοπαρουσιάζεται πρόθυμος να προσφέρει έργο και να πράξει κατά το δυνατό – Ιδανικός αδερφός και γιος.
            §44 – 45: Η υγεία της Αννιώς αντί να βελτιώνεται οδηγείται σε επιδείνωση, λόγω των δυσμενών συνθηκών διαβίωσης στο χώρο της εκκλησίας.
            §46: Η μητέρα, σε απελπιστική κατάσταση, αγνοεί πλήρως την ύπαρξη του Γιωργή.
Βλέπουμε πως το στοιχείο της παραμέλησής του από τη μητέρα επισημαίνεται διαρκώς, αν και ο ίδιος αποπειράται να τη δικαιολογεί. Προφανώς, όσο κι αν κατανοεί τη στάση της, αισθάνεται πικρία, (μοτίβο στέρησης της μητρικής αγάπης συνεχώς επαναλαμβανόμενο).
            §47 – 48: Η προσευχή – παράκληση της μητέρας. Κορύφωση της αμέλειας και της αδιαφορίας προς τους γιους της.
Ξεκινά με ευθύ λόγο – άμεση παρουσίαση των λόγων της μητέρας. Αποδίδεται εκφραστικά η αντίληψη πως ‘‘η αμαρτία πληρώνεται’’.
            Για πρώτη φορά πραγματοποιείται αναφορά στο αμάρτημα της μητέρας, χωρίς να δίνονται περαιτέρω στοιχεία.
            Η ίδια εκφράζει την αντίληψη πως ο θεός την τιμωρεί.
            Ο Γιωργής που παρακολουθεί αδυνατεί να αντιληφθεί τι εννοεί η μητέρα (ο αφηγητής γνωρίζει λιγότερα – εσωτερική εστίαση).
            Ακολουθεί η κρίσιμη σκηνή, κατά την οποία η μητέρα παρακαλά το Χριστό να πάρει τα αγόρια και να της αφήσει το κορίτσι. Η παράκληση πραγματοποιείται κατόπιν δισταγμού, ωστόσο είναι δηλωτική της μοναδικής προτεραιότητας και εμμονής της μητέρας στα θηλυκά παιδιά της, η οποία θα αιτιολογηθεί στη συνέχεια του διηγήματος. Αρχικά, η συμπεριφορά της χαρακτηρίζεται σκληρή και αποτροπιαστική.
            §49: Η αντίδραση του Γιωργή στην επίκληση της μητέρας προς το Χριστό:
α) Αρχίζει να αισθάνεται φρίκη και τρόμο.
β) Αντί να σπεύσει να βοηθήσει τη μητέρα του που κατέρρεε το έβαλε στα πόδια.
Παρατηρούμε σχέση αιτίας – αιτιατού: ο τρόμος (αιτία) του προκαλεί τάση φυγής.
Η σκηνή είναι ιδιαίτερα παραστατική με κορύφωση την κραυγή αγωνίας του παιδιού.
            §50: Τα συμπτώματα του τρόμου συνεχίζουν να παρουσιάζονται – με ένα νοηματικό άλμα που αισθητοποιεί την κατάσταση παράκρουσης στην οποία βρίσκεται (συνήθως σε συνθήκες πανικού ο άνθρωπος παρουσιάζει κάποια απώλεια συνείδησης – μνήμης) περιγράφεται η ταχύτατη απομάκρυνσή του από την εκκλησία – πηγή του εφιάλτη και του τρόμου. Ο Γιωργής αντιλαμβάνεται, μόλις συνέρχεται στοιχειωδώς, ότι δεν τον κυνηγά κανείς.
            Η περιγραφόμενη αντίδραση στον πανικό δείχνει τη βαθιά γνώση της ανθρώπινης ψυχολογίας (ψυχογράφηση) το Βιζυηνό. Στην προσέγγιση αυτή βοηθά και η ενδεχόμενη περίπτωση να περιγράφει βίωμά του (αυτοβιογραφικό στοιχείο).
            §51: Αρχίζει να ανακτά την ψυχραιμία του και να σκέφτεται – η λογική επικρατεί.
            §52: Αρχίζει να κάνει αυτοκριτική, φοβούμενος μήπως ευθύνεται ο ίδιος για την έλλειψη αγάπης από την πλευρά της μητέρας του.
            Συνειδητοποιεί πως δεν έφταιξε, αντίθετα, ο παραγκωνισμός του επήλθε από τη μέρα γέννησης της Αννιώς. Άρα, η αιτία βρίσκεται σε εξωγενή παράγοντα.
Παρατήρηση
            Στην αρχή του διηγήματος που η προσέγγιση του θέματος γίνεται από την πλευρά του ώριμου αφηγητή, επισημαίνεται πως τα αγόρια δε ζήλευαν την αδερφή τους και είναι εμφανής η προσπάθεια δικαιολόγησης της άνισης μεταχείρισής τους από την μητέρα.
            Στο σημείο αυτό, που η προσέγγιση πραγματοποιείται από την οπτική γωνία του παιδιού, υπάρχει διαφοροποίηση. Επικρατεί η πικρία και το παράπονο, το αίσθημα ενοχής του μικρού Γιωργή και το αίσθημα ότι έχει αδικηθεί. Σ’ αυτό συντείνει και η ανάμνηση των λόγων του νεκρού πατέρα, ο οποίος τον αποκαλούσε «το αδικημένο του».
            Στις τελευταίες γραμμές της παραγράφου ο τρόμος έχει μετουσιωθεί σε λύπη και απελπισία.
(τρόμος = παρορμητική αντίδραση
λύπη / απελπισία = αντίδραση κατόπιν λογικής σκέψης
Η συναισθηματική φόρτιση κυριαρχεί και στις δύο περιπτώσεις.)
            §53: Η μητέρα ακολουθεί το Γιωργή και πηγαίνει στο σπίτι, όχι εξαιτίας της ανησυχίας της για αυτόν, αλλά επειδή ο ιερέας τη συμβούλευσε προς όφελος της Αννιώς.
            §54: Τεχνική της μίμησης – ευθύς λόγος (=> αμεσότητα, παραστατικότητα, ζωντάνια). Εκφράζεται από τον ιερέα ένα βασικός στοιχείο της χριστιανικής πίστης, η πανταχού παρουσία του θεού καθώς και η παντοδυναμία του.
            §55: Τα λόγια του ιερέα προκαλούν απελπισία στη μητέρα. Τα θεωρεί ένδειξη πως η Αννιώ δε θα θεραπευθεί. Συνδέονται πια με την αντίληψη πως δεν κάνει να πεθαίνει κάποιος μέσα στην εκκλησία, γιατί βεβηλώνεται η ιερότητα του τόπου.
            §56: Παρά την απελπισία της η μητέρα είναι ιδιαίτερα τρυφερή προς τον Γιωργή. Ο ίδιος υποθέτει πως ίσως αντιλήφθηκε ότι την είχε ακούσει στην εκκλησία και τώρα επιχειρεί να τον εξευμενίσει. Επομένως, η μητέρα έχει επίγνωση των πράξεών της και της αδικίας εις βάρος του. Τουλάχιστον αυτό εικάζει ο ίδιος.
            §57: Παρά τη μεταστροφή της μητέρας ο Γιωργής δεν αισθάνεται ασφάλεια, δεν την εμπιστεύεται.
            §58 – 59: Περιγράφεται το μοιρολόι που απευθύνει η μητέρα στο νεκρό άντρα της και το οποίο ακούει από το δωμάτιό του ο Γιωργής  που ξαγρυπνά φοβισμένος.
            § 60 – 65: Παρέκβαση – αναφορά στο Γύφτο που συνέθεσε το μοιρολόι κατά το παρελθόν (αναδρομική αφήγηση) αμέσως μετά το θάνατο του πατέρα. Όλη αυτή η παρέκβαση αποτελεί ηθογραφικό στοιχείο.
            Αναφέρεται στο έθιμο να συντίθενται μοιρολόγια από επαγγελματίες, κατά παραγγελία των προσφιλών του τεθνεώτος. Στη συνέχεια ο επαγγελματίας το δίδασκε στο πρόσωπο που το παρήγγειλε.
            Στη συγκεκριμένη περίπτωση το κύριο επάγγελμα του γύφτου ήταν γανωματής και μάλιστα πλανόδιος, όπως συνηθιζόταν στην εποχή εκείνη.
            Η παρουσία του γύφτου προκαλεί στα παιδιά τρόμο.
            Η αμοιβή του, πέρα από χρηματική, όπως συνηθιζόταν ήταν παράθεση γεύματος. Μάλιστα, η μητέρα, επειδή έμεινε ευχαριστημένη του χάρισε ρούχα του νεκρού πατέρα.
            §66: Επανέρχεται στο παρελθόν.
            §67: Ο Γιωργής, μυρίζοντας το θυμίαμα, υποθέτει πως πέθανε η Αννιώ. Διαψεύστηκε. Ωστόσο, αυτή η αναφορά στη ευωδιά του θυμιάματος αποτελεί προοικονομία / προσήμανση του θανάτου της Αννιώς που θα ακολουθήσει την ίδια νύχτα.
            §68 – 80: Τελετουργία επίκλησης της ψυχής του νεκρού πατέρα – θάνατος της Αννιώς.
            §68: Περιγράφονται οι προετοιμασίες της τελετουργίας. Ακολουθείται συγκεκριμένο τυπικό: Χρησιμοποιούνται τα ρούχα του πατέρα, γιατί θεωρείται ότι μέσω των αντικειμένων που χρησιμοποιούσε ο νεκρός θα διευκολυνόταν η μετάβαση της ψυχής του στον επίγειο κόσμο. Το μαύρο ύφασμα που καλύπτει το σκαμνί είναι στοιχείο – σύμβολο πένθους. Οι αναμμένες λαμπάδες είναι αντικείμενα της χριστιανικής λατρείας. Η γονυκλισία είναι απαραίτητη σε κάθε τελετή προσευχής ή παράκλησης, σύμφωνα με το εκκλησιαστικό εθιμοτυπικό. Η λειτουργία του σκεύους με το νερό εξηγείται παρακάτω. Η περιγραφή δημιουργεί υποβλητική ατμόσφαιρα.
            §69: Η αντίδραση του Γιωργή είναι φόβος. Η μητέρα επιχειρεί να τον καθησυχάσει και τον καλεί να συμμετάσχει στην τελετή. Εκφράζεται η πεποίθηση που κυριαρχεί στους πιστούς πως η προσευχή, όταν εκφράζεται από περισσότερα πρόσωπα, έχει μεγαλύτερη ισχύ. Αυτό παραπέμπει στον κυριολεκτικό όρο «εκκλησία» και στο σκοπό της.
            §70: Αναφέρεται μια ακόμη απόπειρα του Γιωργή να κερδίσει την εύνοια της μητέρας. Επίσης, στα λόγια του υπάρχει και δεύτερη σκοπιμότητα: θέλει να της δείξει πως γνωρίζει τι εύχεται η μητέρα, υπονοώντας αυτά που άκουσε στην εκκλησία. Αυτή η συγκεκριμένη συμπεριφορά εκδηλώνεται από το Γιωργή  - παιδί. Αμέσως μετά παρατίθεται σχόλιο του ώριμου αφηγητή, που δείχνει τη διάσταση που υπάρχει ανάμεσα στον τρόπο αντίληψής του, κατά την παιδική και την ώριμη ηλικία. Ως ώριμος αφηγητής κάνει αυστηρή αυτοκριτική και δικαιολογείται βάσει του νεαρού της ηλικίας του.
§71 – 72: Επανέρχεται στο τυπικό τελετουργικό.
Η ξαφνική εμφάνιση της χρυσαλλίδας αποτελεί πρόληψη, γιατί συμβολίζει την ψυχή του νεκρού πατέρα. Προφανώς η επίκληση είχε επιτυχία, αλλά γι’ αυτό ακριβώς το λόγο ενέχεται και τραγική ειρωνεία στην συγκεκριμένη προσπάθεια της μητέρας. Η ψυχή του πατέρα έρχεται, αλλά θα δούμε πως αντί να συμβάλλει στη θεραπεία της Αννιώς, την παίρνει μαζί του. Ο συμβολισμός της ψυχής από τη  χρυσαλίδα προέρχεται από το βουδισμό.
§73: Παρουσιάζονται οι αντιδράσεις της μητέρας που προκαλούνται από την εμφάνιση της χρυσαλλίδας. Εκφράζεται με δέος.
§74: Η μητέρα αρχίζει να ελπίζει, θεωρώντας ότι η τελετή είχε επιτυχή έκβαση. Σύμφωνα με το εθιμοτυπικό, πίνουν από το σκεύος και η ίδια και ο Γιωργής, σα να επρόκειτο για αγιασμό. Βλέπουμε προσπάθεια μέσω των αντικειμένων, για επαφή με τον υπερφυσικό κόσμο.
§75: Μέσω της μνήμης ο Γιωργής ανακαλεί ανάλογες σκηνές. Εξηγεί, λοιπόν, τη χαρά της μητέρας σε ανάλογες περιπτώσεις: Την προκαλούσε η αίσθησή της πως είχε έρθει σε επαφή με το νεκρό πατέρα.
§76 και 78: Η μητέρα κοινωνεί την Αννιώ – Θεωρεί πως έτσι θα τη σώσει (τραγική ειρωνεία).
§77: Εκφράζεται η αντίληψη πως ο ετοιμοθάνατος βρίσκεται σε έξαρση λίγο πριν ξεψυχήσει. Μάλιστα, εικάζεται ότι βλέπει σε οράματα νεκρούς συγγενείς. Πρόκειται για λαϊκές δοξασίες.
§79 – 80: Περιγραφή του θανάτου της Αννιώς.
Η Αννιώ ήπιε το ρόφημα, «το οποίον έμελλε τω όντι να την ιατρεύση». Ο συγγραφέας εκφράζει πίστη στη μεταθανάτιο ζωή, η οποία αποτελεί λύτρωση από τα βάσανα της επίγειας ζωής.
ΕΝΟΤΗΤΑ 2η
«Πολλοί είχον … την ευχή μου».
Η κατάσταση μετά το θάνατο της Αννιώς – Οι υιοθεσίες
Σελ. 138 – 144
            §1: Αναδρομική αφήγηση – Αναφέρεται στη συμπεριφορά της μητέρας μετά το θάνατο του πατέρα. Χαρακτηριστικό είναι πως παρά το νεαρό της ηλικίας της μπορεί και συγκαλύπτει την οδύνη της. Η λογική, ο καθωσπρεπισμός και τα επιβαλλόμενα σε αυτή ήθη είναι ισχυρότερα από τα συναισθήματά της. επέλεξε να τα τηρήσει για να μην ξεπεράσει τα όρια της επιβαλλόμενης σεμνότητας. Παρόλα αυτά, επειδή συνηθιζόταν οι χήρες να θρηνούν μεγαλόφωνα, η συγκρατημένη στάση της μητέρας παρεξηγήθηκε.
            §2: Παρατήρηση
            Ενώ κατόρθωσε να αυτοσυγκρατηθεί με το θάνατο του άντρα της, όταν πέθανε η Αννιώ η οδύνη της κυριάρχησε.
            §3: Περιγράφονται οι αντιδράσεις του κόσμου, των γνωστών της οικογένειας, που έσπευσαν να παρηγορήσουν τη μητέρα. Χρησιμοποιείται η τεχνική της μίμησης και με ευθύ λόγο αποδίδονται τα σχόλια α) προς την ίδια – ανησυχούσαν ότι θα παραφρονήσει, β) προς τα παιδιά της – τα είχε εγκαταλείψει πλήρως => επανέρχεται το μοτίβο της παραμέλησης των αρσενικών παιδιών από τη μητέρα.
            §4: Η μητέρα άρχισε πάλι τα δείχνει ενδιαφέρον για τα παιδιά της α) μετά από σεβαστό χρονικό διάστημα – όσο χρειάστηκε για να συνέλθει από την απώλεια της Αννιώς, β) μετά από συμβουλές και επιπλήξεις της εκκλησίας.
Άρα δεν ήταν δική της πρωτοβουλία να στρέψει την προσοχή της στα επιζώντα τέκνα της. Αναγκάστηκε από εξωτερικό παράγοντα (κοινή γνώμη – εκκλησία).
            §5 – 6: => Αφού η μητέρα ανήλθε, αντιλήφθηκε την οικονομική κατάσταση της οικογένειάς της. Περιγράφεται αυτή η κατάσταση από το συγγραφέα και επισημαίνονται στα αίτια που τους οδήγησαν σε ανέχεια:
α) Εκποίηση περιουσίας προς αμοιβή επίδοξων θεραπευτών που αποδείχτηκαν απατεώνες (γιατροί, μάγοι, μάγισσες).
β) Έξοδα για αγορά φαρμάκων.
γ) Κλοπές αγαθών λόγω ελλιπούς επίβλεψης – εκμετάλλευση της δύσκολης κατάστασης από επιτήδειους.
δ) Εξάντληση των αποθεμάτων λόγω κατανάλωσής τους από τα μέλη της οικογένειας.
            §7: Η ανάγκη ώθησε τη μητέρα να βρει δύναμη και να αγωνιστεί για την οικογένεια. Πρόκειται για ένα από τα σχόλια του αφηγητή που έχουν ως στόχο να αποδείξουν ότι, παρά τα φαινόμενα, η μητέρα αγαπούσε τα παιδιά της. αποτελεί ψυχολογική ανάγκη του ώριμου αφηγητή η απόδειξη της αγάπης της μητέρας προς αυτόν.
            §8: Η μητέρα οδηγείται σε εργασία εκτός οικίας, κάτι που για την εποχή εθεωρείτο υποτιμητικό, γιατί πρέπει να συντηρήσει την οικογένεια. Επισημαίνεται η αντίθεση ανάμεσα στην παρούσα ανέχεια και στην πρότερη άνετη διαβίωση.
            Παράγοντες που δυσχέραναν την συγκεκριμένη της ενέργεια (αλλά τους υπερνίκησε):
α) Το πένθος της – παρά ταύτα, όπως αναφέρεται στο κείμενο, το συνεκάλυψε.
β) Ατολμία ηλικίας – ήταν πάρα πολύ νέα.
γ) Ατολμία του φύλου της, δεν ήταν  σύνηθες οι γυναίκες να εργάζονται έξω από τα πλαίσια της οικογένειας (νοικοκυριό, χωράφια αλλά που ανήκαν στην οικογένεια, όχι σε ξένους).
            §9: Ξεκινά με βιβλική έκφραση – σύμφωνα με την Παλαιά Διαθήκη η εντολή αυτή, να τρέφει τη γυναίκα και τα τέκνα «δια του ιδρώτος του προσώπου του» δόθηκε από το Θεό στον Αδάμ, δηλαδή απευθυνόταν σε άντρα. Με τη φράση αυτή επισημαίνεται πως η εργασία της μητέρας ήταν έξω από τη φύση της. αυτό προσδίδει μεγαλύτερη αξία στην προσπάθειά της. Εντοπίζεται και σε αυτό το σημείο προσπάθεια του αφηγητή να αποδείξει το ενδιαφέρον της μητέρας προς τα αγόρια της.
            Το γεγονός πως δε δέχτηκε να τη βοηθήσει κανένα από τα παιδιά της δείχνει για μια φορά ακόμα τη μητρική στοργή και την τιμά ιδιαίτερα.
            Είναι φανερό πως ο ώριμος αφηγητής, παρά το συναισθηματικό κενό που του δημιούργησε η παραμέλησή του από τη μητέρα, επιχειρεί να φανεί δίκαιος απέναντί της, αναγνωρίζοντας την προσφορά της (ένδειξη ενοχοποιημένου ψυχισμού).
            §10: Ακολουθεί εικόνα, στην οποία παρουσιάζεται η οικογενειακή συγκέντρωση δίπλα στην εστία, με σκοπό να προγραμματιστεί το μέλλον των παιδιών.
α) Ο αδελφός του αφηγητή θα ακολουθούσε την τέχνη του πατέρα, για να τον αντικαταστήσει. Συνηθισμένο ακόμα και στις ημέρες μας το αρσενικό παιδί να ακολουθεί το πατρικό επάγγελμα.
β) Προοικονομείται η πορεία του αφηγητή: ξενιτιά.
Κοινός προγραμματισμός και για τα δυο παιδιά: η μόρφωση.
            Από την αρχή είδαμε πως η μητέρα πίστευε στην αξία της μόρφωσης των αγοριών, τα ενθάρρυνε ως προς αυτό και μάλιστα επέμενε.
            Η παράγραφος ολοκληρώνεται με έναν ιδιωτισμό – γνωμικό που απηχεί τη γενικότερη αντίληψη της μητέρας ως προς το θέμα της παιδείας.
            §11: => Ενώ πριν περιγράφησαν οι ενδογενείς παράγοντες της οικονομικής δυσχέρειας της οικογένειας, τώρα αναφέρονται οι εξωγενείς: η ανομβρία προκάλεσε αύξηση των τιμών των τροφίμων.
            Και σε αυτή την αντιξοότητα η μητέρα αντιδρά ενεργητικά, αυτή τη φορά όμως όχι για να ελαφρύνει το βάρος της οικογένειας – δε λειτουργεί υπέρ των παιδιών της – αντίθετα, το επαυξάνει με την 1η υιοθεσία κοριτσιού.
            Στον τρόπο με τον οποίο ο αφηγητής αναφέρεται σε αυτό διακρίνεται ένα υποβόσκον επικριτικό ύφος, αφενός γιατί η πρωτοβουλία της μητέρας ήταν μη αναμενόμενη και αφετέρου έγινε υπό ακατάλληλες συνθήκες – ακρίβεια – με αποτέλεσμα να δυσχεράνει την ήδη δύσκολη οικογενειακή τους κατάσταση.
            §12: Ο αφηγητής σχολιάζει, ωστόσο, θετικά το περιστατικό: έπαψε η μονοτονία και η αυστηρότητα της οικογενειακής τους ζωής, το σπίτι ζωντάνεψε. Είναι εμφανής η απόπειρά του να δικαιολογεί και να προσπαθεί να αντιμετωπίζει θετικά κάθε ενέργεια της μητέρας, παρόλο που αντικειμενικά και πρακτικά η συγκεκριμένη πράξη επιβάρυνε την οικογένεια.
            §13 – 15: Περιγραφή της διαδικασίας της υιοθεσίας (που ήδη έχει αναφερθεί πως πραγματοποιήθηκε κατόπιν «μακράς προσπάθειας». Ενέχονται στοιχεία ηθογραφικά και λαογραφικά στο συγκεκριμένο σημείο του έργου.
Συγκεκριμένα:
§13: Θρησκευτικό δρώμενο.
            Όλη η οικογένεια ντύθηκε με γιορτινά ρούχα και οδηγήθηκε στην εκκλησία. Μετά το πέρας της λειτουργίας η μητέρα παρέλαβε δημοσίως από τον ιερέα το κορίτσι. Υποσχέθηκε, έτσι ώστε να την ακούσουν όλοι οι παρευρισκόμενοι (επίσημη δέσμευση δημοσίως) ότι θα το αγαπήσει και θα το αναθρέψει σα δικό της. Χρησιμοποιούνται από το συγγραφέα βιβλικοί όροι, αρμόζοντες στην περίσταση και στη διαδικασία.
            §14: Λαϊκό δρώμενο με πολιτικό χαρακτήρα.
            Σε πομπή στην οποία επικεφαλής ήταν ο πρωτόγερος του χωριού (αυτός που τιμούν περισσότερο σε μια κοινότητα) και η μητέρα με τη θετή κόρη οδηγήθηκαν στο σπίτι. Ακολουθούσαν τα αγόρια κι έπειτα έρχονταν οι συγγενείς των δύο οικογενειών που όμως δεν εισήλθαν στο σπίτι. Στην είσοδο της αυλής ο πρωτόγερος σήκωσε ψηλά το παιδί, ρώτησε δυνατά αν κάποιος θεωρεί τον εαυτό του πιο οικείο του παιδιού από τη Μηχαλιέσσα. Για 1η φορά αναφέρεται κάποιο όνομα της μητέρας, για την ακρίβεια η επονομασία της βάσει του ονόματος του συζύγου της (ενδεικτικό της κοινωνικής θέσης της γυναίκας την εποχή εκείνη).
Παρατήρηση
Βλέπουμε ότι η σκηνή της υιοθεσίας είναι πολυσύνθετη. Ακολουθείται συγκεκριμένο τυπικό. Ειδικά η δεύτερη φάση περιγράφει μια «ταξική» σχεδόν διαφοροποίηση, μια ιεράρχηση των συνοδών του προς υιοθεσία κοριτσιού, στην οποία επικεφαλής είναι ο κύριος εκπρόσωπος του δήμου, ακολουθεί η μητέρα ενώ οι φυσικοί συγγενείς έπονται.
            §15: Οι αντιδράσεις των φυσικών γονέων και της μητέρας.
            Οι πρώτοι εκδηλώνουν λύπη που αποχωρίζονται το παιδί τους. Η μητέρα αγωνιά μήπως αμφισβητηθεί η «κυριότητά» της επί του κοριτσιού. Εφόσον δεν εκφράστηκαν αντιρρήσεις, οι φυσικοί γονείς αποχώρησαν και οι συγγενείς της μητέρας με τον πρωτόγερο φιλοξενήθηκαν στο σπίτι.
            Έτσι, ολοκληρώνεται η αναφορά στο τυπικό της 1ης υιοθεσίας.
            §16: Παρουσιάζεται η συμπεριφορά της μητέρας προς τη θετή κόρη. Αρχίζει με παράπονο του αφηγητή, ο οποίος συγκρίνει τη στάση της μητέρας προς τη θετή κόρη με τη στάση προς τα αγόρια της και συμπεραίνει πως τέτοιες περιποιήσεις δεν απόλαυσε ο ίδιος και ο αδερφός του και μάλιστα «εις καιρούς πολύ ευτυχέστερους», όταν δηλαδή ζούσε ο πατέρας και η οικονομική κατάσταση της οικογένειας ήταν καλή.
Παρατήρηση
            Η υπερβολική προσήλωση της μητέρας προς τα θηλυκά παιδιά της ακόμα και τα θετά βρίσκεται σε αντίθεση με τη νοοτροπία της εποχής, κατά την οποία ευνοημένα ήταν τα αρσενικά παιδιά. Πιθανότατα στην ιδιαίτερη πατρίδα του συγγραφέα τα ήθη ως προς το ζήτημα αυτό να ήταν διαφοροποιημένα. Σίγουρα, όμως, αυτή η στάση της μητέρας προκαλεί ερωτήματα.
            Μέσα στο παράπονο που εκφράζει πως οι γιοι περνούσαν ταλαιπωρίες, για να συντηρήσουν οικονομικά τη μητέρα και τη θετή αδερφή, προοικονομείται η επάνοδος του Γιωργή από την ξενιτιά, στην οποία είχε οδηγηθεί κατόπιν οικογενειακού προγραμματισμού (§10).
            §17: Περιγράφεται ο αγώνας των αδελφών του αφηγητή για τη συντήρηση της οικογένειας και εν περιλήψει η ζωή της υιοθετημένης κόρης, όσο αυτός απουσίαζε στην ξενιτιά.
Παρατήρηση
Ενώ η υιοθεσία του κοριτσιού περιγράφηκε αναλυτικότατα, η πορεία της ζωής της αποδίδεται με συμπύκνωση, ολοκληρώνεται μέσα σε τέσσερα ρήματα (ηυξήθη, ανετράφη, επροικίσθη, υπανδρεύθη). Αυτό μπορεί να εξηγηθεί, με δεδομένο πως κατά τη διαδικασία της υιοθεσίας ο αφηγητής ήταν παρών αυτόπτης μάρτυρας και την περιγράφει αναλυτικά από η σκοπιά του παιδιού που τα έζησε.
Η υπόλοιπη ζωή της θετής κόρης περιγράφεται από τη σκοπιά του ώριμου αφηγητή και η συντομία της ερμηνεύεται, εφόσον όλα αυτά τα χρόνια ο ίδιος απουσίαζε. Υπηρετεί, επομένως και το νόμο της αληθοφάνειας.
            §18: Σχολιάζεται πως ο γάμος της θετής κόρης επίτηδες έγινε γρήγορα, πιθανόν λόγω του χαρακτήρα της κοπέλας, στοιχεία του οποίου επισημαίνονται στο σημείο αυτό: 1) προς τα αδέλφια δεν έδειξε ποτέ στοργή, 2) φέρθηκε αχάριστα προς τη μητέρα.
            Βέβαια, η επίσπευση του γάμου προφανώς οφειλόταν και σε πρακτικά αίτια, γι’ αυτό και προκάλεσε στα αδέρφια ανακούφιση, εφόσον θα έπαυαν να την συντηρούν.
            Αξιοσημείωτο ήταν ότι δεν αναφέρει ποια ήταν, ούτε το όνομά της, δεν υπεισέρχεται σε λεπτομέρειες, αφενός διότι δε θα ενδιαφέρουν τον αναγνώστη, αφετέρου γιατί δεν απασχολούν τον ίδιο τον αφηγητή, ο οποίος ενδιαφέρεται μόνο για τις ενέργειες και τη συμπεριφορά της μητέρας του.
            Τέλος, εκφράζεται για μια ακόμη φορά παράπονο, με έμμεσο τώρα τρόπο, όταν αναφέρει πως τις φροντίδες που γνώρισε από τη μητέρα αυτό το κορίτσι δεν τις γεύτηκαν παρά λίγα γνήσια τέκνα, όπως ήταν ο ίδιος και τα αδέρφια του.
            §19: Σχολιάζεται η ελπίδα των αδερφών του πως η μητέρα διδάχτηκε από το πάθημά της, η οποία αμέσως μετά θα αποδειχτεί ότι διαψεύστηκε, εξαιτίας της δεύτερης υιοθεσίας.
            §20 – 21: Η δεύτερη υιοθεσία – Οι αντιδράσεις των αδερφών και η επιμονή της μητέρας.
            Δίνεται το 1ο επιχείρημα που προβάλλει η μητέρα, για να δικαιολογήσει την πράξη της: το παιδί γεννήθηκε ορφανό από πατέρα και κατόπιν πέθανε και η μητέρα του.
            Ακολουθεί ελαφρά ειρωνικό σχόλιο του αφηγητή, με το οποίο υποδηλώνεται η αντίθεσή του προς την πράξη της μητέρας του.
            §21: Οι παράγοντες που ώθησαν την εξέλιξη της υπόθεσης ήταν:
1)      Ο σεβασμός των γιων της προς αυτή.
2)      Η εξουσιαστική της δύναμη – μπορούσε να τους επιβάλλεται.
Αποτέλεσμα: πέτυχε το στόχο της, παρά τις αντιδράσεις τους.
Δύο αντιδράσεις γιων
1)      Της υπέδειξαν εύσχημα πως καλό θα ήταν να μην προβεί στη δεύτερη υιοθεσία. Ήπια αντίδραση.
-          Η μητέρα δε μεταπείστηκε.
2)      Εκδήλωσαν φανερά τη δυσαρέσκειά τους και αρνήθηκαν να συμμετέχουν οικονομικά. Πιο δυναμική και έντονη αντίδραση η οποία ενέχει και απειλή πως θα διακόψουν την παροχή επιδόματος.
Τότε η μητέρα προβάλλει το 2ο επιχείρημά της. για να επιτύχει το στόχο της και να κάμψει την αντίσταση των γιων της. Το επιχείρημα στηρίζεται σε διαστρέβλωση της αλήθειας – είναι ψευδές. Λέει πως αφενός εργάζεται η ίδια για να θρέψει το δεύτερο κορίτσι, κυρίως όμως επικαλείται τη συναίνεση του Γιωργή, ο οποίος φυσικά απουσιάζει.
            Βέβαια, ο Γιωργής – μαθαίνουμε το όνομά του αφηγητή – είχε μεν υποσχεθεί πως θα θρέψει την ίδια και το ψυχοπαίδι της, με τη διαφορά πως εννοούσε την πρώτη κόρη. Η μητέρα σκόπιμα παραποιεί τα λόγια του, για να εξυπηρετήσει το πάθος της.
            Ακολουθεί αναδρομική αφήγηση (αναφορά στο παρελθόν), όταν ο Γιωργής είχε δώσει την υπόσχεση στη μητέρα του.
            Σκηνή διάσωσής του από εκείνη, όταν κινδύνευσε να πνιγεί στο ποτάμι (§22 – 27).
            §22: Αναδρομική αφήγηση. Συχνά ο Γιωργής ακολουθούσε τη μητέρα που εργαζόταν στα χωράφια. Έντονη περιγραφή των καιρικών συνθηκών, που ευθύνονταν (ήταν η αφορμή) για το περιστατικό. Πληθώρα και ποικιλία επιθέτων, που δηλώνουν γνώση της φύσης από τον αφηγητή: (αφόρητον καύσωνα, ραγδαιοτάτης βροχής, υπεροβολικήν ζέστην, ορμητικώτατος χείμαρρος). Η μητέρα θέλησε να τον σηκώσει στα χέρια, κατά τη διάβαση του χειμάρρου, ο ίδιος αρνήθηκε.
            §24: Η μητέρα βγάζει μια κραυγή και σπεύδει να τον σώσει – ένδειξη πως νοιάζεται για εκείνον.
            §25: Περιγράφεται το μέγεθος του κινδύνου. Συνδυάζει το γνωμικό με την παράδοση του τόπου του (εμφανής η γνώση της λαογραφίας).
            §26: Τονίζει την πράξη αυτοθυσίας της μάνας, με δεδομένο πως τα ρούχα της ήταν βαριά και την εξέθεσαν σε κίνδυνο. Βλέπουμε την ανάγκη του αφηγητή να συμπεράνει την αγάπη της για τον ίδιο. Στο τέλος της παραγράφου θυμάται ξανά το επεισόδιο που οδήγησε στην 1η ρήξη με τη μητέρα. Η πράξη της τώρα αναιρεί τα λεγόμενά της τότε και αποδεικνύει την αγάπη της για το Γιωργή.
            §27: Η αντίδρασή του, όταν επέστρεψαν στο σπίτι, είναι χαρακτηριστική της μετάθεσης ευθυνών. Θεωρεί πως για το επεισόδιο ευθύνεται το γεγονός πως η μητέρα του εργάζεται. Έτσι, η φιλοτιμία του τον ωθεί να της υποσχεθεί πως ο ίδιος θα τρέφει την ίδια και το θετό της παιδί, αρκεί εκείνη να πάψει να εργάζεται.
            Στην παράγραφο αυτή εξηγεί, λοιπόν, πότε και κάτω από ποιες συνθήκες δόθηκε η συγκεκριμένη υπόσχεση, την οποία η μητέρα σκόπιμα παρανόησε (αυτή η σκοπιμότητα εξυπηρετεί η συγκεκριμένη αναδρομική αφήγηση).
            §28: Η αντίδραση της μητέρας στα λεγόμενα του παιδιού. Τότε δεν έδειξε να τον πιστεύει, ούτε έδωσε σημασία στα λόγια του. αργότερα, όμως, χρησιμοποίησε την υπόσχεση εκείνη, για να εξυπηρετήσει το σκοπό της.
Παρατηρήσεις
1)      Χαρακτηριστικό της αναδρομικής αυτής αφήγησης είναι η αυταπάρνηση της μητέρας.
2)      Τονίζεται συνεχώς η θετική πλευρά της σχέσης μητέρας – Γιωργή, ο πολύ στενός σύνδεσμός τους (δείγμα ενοχοποιημένου ψυχισμού).
3)      Για την παρουσίαση του χαρακτήρα της μητέρας ακολουθείται δραματική μέθοδος.
§29 – 30: Ο αφηγητής σχολιάζει το περιστατικό. Αναφέρει πως η μητέρα αδιαφόρησε για εκείνη την υπόσχεση, ενώ ο ίδιος, επειδή υποχρεώθηκε που τον έσωσε, τη θυμόταν πάντα.
            §31: Σχήμα κύκλου: Η αναδρομική αφήγηση αρχίζει και τελειώνει με την υπόσχεση.
Αναφέρεται στις στιγμές της αναχώρησής του για την ξενιτιά, στα τελευταία του λόγια.
            §32 – 37: Προδρομική αφήγηση. Μιλά για τις μελλοντικές του περιπέτειες στην ξενιτιά. Στόχος προδρομικής αφήγησης: Θέλει να τονίσει ότι τον καιρό της απουσίας του η μητέρα πέρασε πολλές δοκιμασίες για χάρη του, ακούγοντας τις φήμες που κυκλοφορούσαν. Η αγωνία που παρουσιάζεται να εκδηλώνει για εκείνον αποτελεί ένδειξη της αγάπης της και ο αφηγητής αρέσκεται να την επισημαίνει, όποτε του παρέχεται η ευκαιρία.
           §33: Η σιωπή του Γιωργή κατά την απουσία του οδηγούσε τη μητέρα σε ενέργειες, με σκοπό να μάθει νέα του.
            §34: Φήμες, ότι δυστύχησε στην Κωνσταντινούπολη κι ετούρκευσε.
Αντίδραση μητέρας:
1)      Επιθετική και αρνητική προς όσους έλεγαν αυτά.
2)      Φοβισμένη κατέφευγε στην προσευχή, ώστε, εάν οι φήμες ήταν αληθινές, ο γιος της να επανέλθει στην πίστη των πατέρων του.
§35: Φήμες, ότι ναυάγησε στην Κύπρο και ότι κατέληξε επαίτης.
            §36: Αντίδραση μητέρας:
1)      Επιθετική και αρνητική προς όσους έλεγαν αυτά.
2)      Φοβισμένη μήπως αληθεύουν, τάιζε τους ζητιάνους με την ελπίδα αυτό να λειτουργήσει ανταποδοτικά προς το παιδί της.
§37: Επανέρχεται στην υπόσχεση.
Παρατηρήσεις
            Οι πρώτες αντιδράσεις της μητέρας αποκλείουν την πιθανότητα να απέτυχε ο γιος της. Είναι εμφανής η εμπιστοσύνη τους προς αυτόν. Έχοντας, ωστόσο, έντονη συναίσθηση της οικογενειακής τιμής, καταφέρεται εναντίον όσων των διαβάλλουν. Τονίζεται το ενδιαφέρον και η αγάπη της προς αυτόν. (Βασικό προβαλλόμενο μοτίβο: η σχέση μητέρας – Γιωργή, στη θετική της πτυχή).

ΕΝΟΤΗΤΑ 3
(Ευτυχώς … ετελείωσε)
Σελ. 145 – 151
Επιστροφή Γιωργή από την ξενιτιά – Αποκάλυψη μυστικού – αμαρτήματος μητέρας.

            §1: Μετά την επιστροφή του ο Γιωργής εκδηλώνει απροθυμία να συντηρήσει οικονομικά τη δεύτερη θετή κόρη της μητέρας του, την οποία δεν είχε γνωρίσει ποτέ, εφόσον η υιοθεσία της πραγματοποιήθηκε κατά την απουσία του. Μάλιστα, εξέφρασε ανοιχτά τις αντιρρήσεις του για τη διατήρηση του συγκεκριμένου κοριτσιού στο σπίτι τους. Αυτό προκάλεσε έκπληξη στη μητέρα, η οποία είχε παρανοήσει τις υποσχέσεις του Γιωργή πως θα συντηρεί το ψυχοπαίδι της. Εκείνος αναφερόταν στην πρώτη κόρη και όχι σε όσες κόρες θα υιοθετούσε η μητέρα. Η διάψευση των προσδοκιών της προκαλεί την κρίση των σχέσεων μητέρας – γιου, τη δεύτερη ρήξη μεταξύ τους (η πρώτη είχε επέλθει λόγω της σκηνής στην εκκλησία).
            §2: Εκφράζει την αρχική ταύτισή του με τις προτιμήσεις της μητέρας.
            §3 – 4: Περιγράφει πως είχε φανταστεί τη σχέση του με τη δεύτερη θετή αδερφή του. Η διάψευση της φαντασίωσής του αποτελεί και τη βασική αιτία που αντιτάχθηκε στη διατήρησή της στο σπίτι. Σ’ αυτές τις παραγράφους παρατηρείται επιβράδυνση της εξέλιξης της αφήγησης, η οποία επιτείνει την αγωνία του αναγνώστη.
            §5: Παρουσιάζονται συνοπτικά τα αίτια της αντιπάθειά του προς τη δεύτερη θετή αδερφή:
1)          Εξωτερική εμφάνιση (αισθητοποιείται με τα επίθετα: «μικρά, καχεκτική, κακοσχηματισμένη»).
2)          Χαρακτήρας («κακόγνωμος»).
3)          Πνευματική κατάσταση («δύσνους» = αργόστροφη).
§6: Τεχνική της κίνησης. Ευθύς λόγος (εξασφαλίζει ζωντάνια, αμεσότητα, παραστατικότητα, αληθοφάνεια).
Για να δελεάσει τη μητέρα να επιστρέψει το Κατερινιώ στους φυσικούς του γονείς, της υπόσχεται να της φέρει από την Πόλη άλλη κόρη, που θα συγκεντρώνει όλα τα χαρακτηριστικά που λείπουν από αυτή που έχει (εύμορφο και έξυπνο κορίτσι).
            §7: Με συμπύκνωση παρατίθεται η προσπάθειά του να πείσει τη μητέρα.
            §8 – 14: Περιγράφεται η αντίδραση της μητέρας στην προσπάθειά της να μεταπείσει το Γιωργή. Παρατηρείται κλιμάκωση στην επιχειρηματολογία της μητέρας.
            §8: 1η αντίδραση:
            Χρησιμοποιεί τα δάκρυα, για να τον συγκινήσει. Κλασικό τέχνασμα.
            §9: 2η αντίδραση:
            Αρχικά τον ομαδοποιεί με τα αδέρφια του, επιπλήττοντάς τους. Έπειτα, επικαλείται το φιλότιμό του, λέγοντάς του πως αν είχε μια φυσική αδερφή με τα ίδια χαρακτηριστικά, δε θα την απέρριπτε, ούτε θα επεδίωκε να την αντικαταστήσει με μιαν άλλη, καλύτερη. Η επίπληξή της είναι έμμεση και ήπια. Υποδηλώνει πως την απογοητεύει.
Αυτό το 1ο επιχείρημα που χρησιμοποιεί είναι αβάσιμο, γιατί στηρίζεται σε υποθετικό συλλογισμό. Χαρακτηριστικό της φόρτισής της είναι η συσσώρευση σύντομων ρητορικών ερωτήσεων στις οποίες η απάντηση είναι εξ ορισμού αρνητική.
            §10: Ο Γιωργής αναιρεί το 1ο επιχείρημα της μητέρας.
3η αντίδραση μητέρας
            §11: Έντονος λόγος. Εκφράζεται η θέση της μητέρας που επιχειρεί να αποδείξει πως το παιδί είναι δικό της. Η απόφανσή της «Δεν είναι ξένο το παιδί! Είναι δικό μου!» και το συμπέρασμά της: «Είναι δικό μου το παιδί, και είναι αδελφή σας!» αποδίδονται με στίχους ιαμβικούς 13σύλλαβους. Με το ρυθμό αυτό αισθητοποιείται η φόρτισή της. Η απόδειξη της μητέρας συμπεριλαμβάνει τις εξής τοποθετήσεις:
1)      Πήρε το παιδί τριών μηνών από το λείψανο της μάνας του.
2)      Το θήλαζε, έστω στα ψέματα, για να το παρηγορήσει οσάκις έκλαιγε.
3)      Το τύλιξε στα βρεφικά ρούχα των παιδιών της.
4)      Το κοίμιζε στην κούνια των παιδιών της.
Παρατήρηση
            Τα 1, 2 αποδεικνύουν το α’ σκέλος του συμπεράσματός της, πως το παιδί είναι δικό της.
            Τα 3, 4 αποδεικνύουν πως το παιδί είναι αδερφή με το υπόλοιπα τέκνα της.
            §12: Η μητέρα βολιδοσκοπεί το Γιωργή, ο οποίος ήδη έχει αρχίσει να υποχωρεί. Η αντίδρασή του αυτή αποτελεί δείγμα ενοχοποιημένου ψυχισμού και πηγάζει από την ανάγκη του να κερδίσει την αγάπη και το ενδιαφέρον της, που αισθάνεται ότι τα έχει στερηθεί. Μετά την υποχώρησή του οι τόνοι της μητέρας χαμηλώνουν, εφόσον φαίνεται να πέτυχε το στόχο της.
            §13: 4η αντίδραση μητέρας: Για να διασφαλίσει ότι ο Γιωργής θα αποδεχτεί τη δεύτερη θετή της κόρη, χρησιμοποιεί το έσχατο μέσο, το μόνο επιχείρημα που μπορεί να έχει ισχύ στη συνείδηση του Γιωργή.
Αναφέρεται στην «αμαρτία» της. Πρόκειται για συγκεκριμένο θέμα, κατά τη διάρκεια του έργου. Ο Γιωργής πάλι την αγνοεί, δεν αντιλαμβάνεται πως κάτι θέλει να του εξομολογηθεί. Παρά ταύτα, η αναφορά στην αμαρτία της αποτελεί προσήμανση. Το γεγονός πως ο Γιωργής δεν αντιλαμβάνεται τι θέλει να του πει η μητέρα, αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της παράλληλης πορείας που ακολουθούν τα πρόσωπα του έργου, τα οποία ποτέ δεν έρχονται σε ουσιαστική επαφή. Αυτή η μοναξιά τους αποτελεί στοιχεία τραγικότητας.
Παρατήρηση
            Τα επιχειρήματα της μητέρας:
1)      Απευθύνονται στο συναίσθημα.
2)      Απευθύνονται πρωτίστως στη λογική και έμμεσα στο συναίσθημα.
§14 – 16: => Το επεισόδιο που ακολουθεί είναι χαρακτηριστικό της παράλληλης πορείας που ακολουθούν τα πρόσωπα και της ασυνεννοησίας που τα χαρακτηρίζει. Η μητέρα ακουμπάει το στήθος της, στην πλευρά της καρδιάς. Με την κίνηση αυτή υποδηλώνει πως υποφέρει ψυχικά. Ο Γιωργής αντιλαμβάνεται αυτή τη χειρονομία ως ένδειξη ότι η μητέρα πάσχει από κάτι οργανικό. Επιχειρεί να εξιλεωθεί που την τάραξε.
«Κάτι θα έχεις στην καρδιά» => αμφισημία.
            §16: Όταν η μητέρα καταφάσκει στην παρατήρηση του Γιωργή ότι κάτι θα έχει η καρδιά της, μιλάει μεταφορικά. Όσα λέει στη συνέχεια υποδηλώνουν τη βαρύτητα του μυστικού που πρόκειται να του αποκαλύψει.
Τέτοια στοιχεία είναι:
1)      Το επίθετο «βαρύ» που χρησιμοποιεί, για να περιγράψει αυτό που έχει μέσα της.
2)      Η παρατήρηση πως το μυστικό της το γνωρίζει μόνο ο Θεός και ο πνευματικός (εξομολόγος) της. (Η παντογνωσία του Θεού αποτελεί στοιχεία αναφοράς για τη χριστιανική πίστη. Η μητέρα έχει ξαναχαρακτηριστεί ως ευλαβής».
Παρεμβάλλεται μια παρατήρηση που αιτιολογεί για ποιο λόγο το εκμυστηρεύεται στο Γιωργή και όχι σε κάποιο άλλο παιδί της: ο Γιωργής είναι μορφωμένος κι αυτό αποτελεί εγγύηση πως θα την καταλάβει.
3)      Η προτροπή της να κλείσει ο Γιωργής την πόρτα (ατμόσφαιρα μυστηρίου).
Κατόπιν η μητέρα αναφέρει τους στόχους που θέλει να επιτύχει από τη συγκεκριμένη εξομολόγηση του μυστικού της:
α) Να την παρηγορήσει – ένα μυστικό που το μοιραζόμαστε γίνεται ελαφρύτερο – μας ανακουφίζει η αποκάλυψή του σε κάποιον έμπιστο.
β) Να τη λυπηθεί.
γ) Να αποδεχθεί το Κατερινιώ.
Με την εισαγωγή της η μητέρα δημιουργεί την κατάλληλη ατμόσφαιρα.
            §17: Ο Γιωργής σχολιάζει την εισαγωγή που έχει κάνει η μητέρα. Με τα στοιχεία που παραθέτει σε επανάληψη των λόγων της μητέρας, προϊδεάζει, προβάλλει τη σοβαρότητα του προς εκμυστήρευση γεγονότος. Οι ρητορικές ερωτήσεις συνιστούν την τεχνική του μονολόγου (μιλάει κατ’ ιδίαν). Με την τεχνική αυτή εκφράζεται η ψυχική του κατάσταση.
            §18: Η υποβλητική ατμόσφαιρα συνεχίζει να υφίσταται, με την αφήγηση των συναισθημάτων αγωνίας του Γιωργή. Οι τόσες λεπτομέρειες δημιουργούν μια μικρή / υποτυπώδη επιβράδυνση που επιτείνει και την αγωνία του αναγνώστη.
§19: Περιγράφονται οι αντιδράσεις της μητέρας.
Με την παρομοίωση «εκρέμασε την κεφαλήν, ως κατάδικος» και με την εικονοπλασία (η μορφή του κατάδικου μπροστά στον κριτή του) επιτυγχάνει να αποδώσει τα μύχια συναισθήματα της μητέρας: αισθάνεται ως κατάδικος εξαιτίας του αμαρτήματός της.
            §20 – 22: Αρχίζει την εξομολόγηση, αρχικά με τη μέθοδο των ερωταποκρίσεων. Στην ερώτηση της μητέρας αν θυμάται την Αννιώ, ο Γιωργής σχολιάζει πως ήταν η μόνη τους αδερφή. Η βεβαιότητά του αυτή αποτελεί τραγική ειρωνεία. Σύντομα θα διαψευστεί, από τα λεγόμενα της μητέρας, η οποία αποκαλύπτει πως είχε κι άλλη κόρη. Παράλληλα, διευκρινίζονται και οι ηλικίες των παιδιών της.
            Η πληροφορία για την ύπαρξη και άλλης κόρης αποτελεί την 1η αποκάλυψη της μητέρας (υπάρχει κλιμάκωση).
Ακολουθεί αναδρομική αφήγηση: §23.
            §23: Αρχίζει η αφήγηση. Σε όλη την πορεία της αφήγησης η μητέρα τηρεί απόλυτη χρονική ακολουθία (ομαλή γραμμική σειρά). Ξεκινάει από ένα περιστατικό φαινομενικά άσχετο και χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Μέσα από αυτό το περιστατικό σκιαγραφείται και η προσωπικότητα του πατέρα.
Ποια στοιχεία παρέχονται για το χαρακτήρα του;
1)      Ως άνθρωπος: Είναι κοινωνικός και προοδευτικός.
2)      Ως σύζυγος: Αγαπούσε τη γυναίκα του, νοιαζόταν, την υπολόγιζε, είχε αίσθηση της συντροφικότητας, ενδιαφερόταν και επεδίωκε να διασκεδάζει και εκείνη. Από τη στάση του αυτή φαίνεται και προοδευτικός, δεδομένης της θέσης της γυναίκας στην κοινωνία της εποχής.
Ταυτόχρονα παρέχονται και πληροφορίες για τη θέση της γυναίκας τότε: τα κορίτσια ήταν ιδιαίτερα περιορισμένα. Ο περιορισμός αυτός είχε ως στόχο την προστασία της τιμής τους.
            §24: Παρατίθενται στοιχεία πολιτισμού που αφορούν το γαμήλιο γλέντι. Ταυτόχρονα περιγράφεται ο χαρακτήρας του πατέρα και της μητέρας (άνθρωποι κοινωνικοί που αγαπούσαν το γλέντι) και η σχέση μεταξύ τους (ερωτευμένοι, αγαπημένοι). Η γλώσσα που χρησιμοποιεί η μητέρα είναι αξιοσημείωτη (λαϊκή, ιδιωματική => εξασφαλίζει αληθοφάνεια).
            §25: Η μητέρα κουρασμένη και ταλαιπωρημένη, σκεπτόμενη και το μωρό της, ζητά να φύγει, να επιστρέψει στο σπίτι.
            §26: Ο άντρας της της ζητά να μείνει λίγο ακόμα. Είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστική του η αίσθηση της συντροφικότητας (επαπάρισε = ηχητική λέξη / «Το κρασί άρχισε να με χτυπά στο κεφάλι» = ιδιωτισμός και μεταφορά).
            §27 – 28: Περιγράφεται η επιστροφή τους στο σπίτι, με τις αρμόζουσες τιμές, εφόσον ήταν κουμπάροι (στοιχείο πολιτισμού). Δίνεται κι άλλο ένα στοιχείο της προσωπικότητας του πατέρα: είναι προστατευτικός, και μοιράζεται τα βάρη με τη γυναίκα του, συμμετέχει στις δουλειές του σπιτιού – πολύ προοδευτικός για την εποχή («βαλ’ ακόμα κομμάτι δύναμι» = ιδιωτισμός).
            §29: Αποδίδεται αναλυτικά η διανομή των οικιακών δραστηριοτήτων (επιβράδυνση). Τώρα, εισάγεται στο περιστατικό με το παιδί, ενώ έως τώρα κωλυσιεργούσε.
            §30 – 32: Αναφέρεται η ακούσια δολοφονία του βρέφους από την ίδια.
            §33: Ο πατέρας της απευθύνει άμεση, ευθεία κατηγορία (1η κατηγορία). Αργότερα την αποκαλεί «βόδι» και κατόπιν της απευθύνει 2η κατηγορία («μέθυσες κ’ επλάκωσες το παιδί σου»).
SOS Η εναλλαγή των κτητικών αντωνυμιών στις 2 κατηγορίες => εκφραστική ποικιλία.
            Η μητέρα δικαιολογεί τη συμπεριφορά του, που είναι απότομη, επισημαίνοντας πως ποτέ ξανά δεν της είχε πει άσχημο λόγο.
            Ο πατέρας παρουσιάζεται ως άνθρωπος που ενδιαφέρεται για τη γνώμη του κόσμου, παράλληλα, όμως θέλει να προστατεύσει και τη γυναίκα του.
            §34: Ολοκληρώνεται η δικαιολόγηση της συμπεριφοράς του πατέρα, από τη μητέρα
            §35: Για πρώτη φορά αναφέρεται η λέξη αμαρτία και μάλιστα 2 επανειλημμένες φορές, όχι ως προσήμανση, αλλά ως δηλωμένο πια γεγονός. Στην παράγραφο περιγράφεται το πρώτο διάστημα μετά το θάνατο του παιδιού.
α) Εκδηλώσεις και συναισθήματα μητέρας
-          Θρηνούσε φανερά πια, επειδή είχε γνωστοποιηθεί το πένθος της (γνωρίζουμε ήδη, όμως, ότι μετά το θάνατο του άντρα της ήταν πιο συγκρατημένη στις εκδηλώσεις πένθους κι αργότερα, μετά το θάνατο της Αννιώς, οι αντιδράσεις της ήταν πάλι έντονες. Είναι φανερό πια πως οι θάνατοι των κοριτσιών της, της δημιουργούσαν τόσο μεγάλη οδύνη, που αδυνατούσε να αυτοσυγκρατηθεί). Βέβαια, στη συγκεκριμένη περίπτωση το «φανερά» αντιτίθεται στην αμέσως προηγούμενη παράγραφο, που της επιβλήθηκε σιωπή, για να μην προδοθεί.
-          Θεωρούσε αυτό που της συνέβη (το γεγονός πως δεν έκανε άλλα παιδιά) ως θεία τιμωρία, που δεν προφύλαξε το παιδί της. (Βλέπουμε πως η μητέρα θεωρεί κάθε αντιξοότητα ως θεία δίκη, ως τιμωρία. Από την αρχή περίμενε πως θα τιμωρηθεί. Με τις δυο υιοθεσίες, φρόντισε να αυτοτιμωρηθεί, δηλαδή να παιδευτεί, για να περιοριστεί η μετά θάνατον τιμωρία της. Οι υιοθεσίες ήταν μορφή εξιλέωσης).
-          Ντρεπόταν τον κόσμο => ένιωθε ενοχές για το έγκλημα που είχε διαπράξει, έστω ακούσια.
-          Φοβόταν τον άντρα της – η φράση μοιάζει με αμφισημία.
Μπορεί να σημαίνει α) φοβόταν μήπως της συμπεριφερθεί άσχημα. Όμως, από το κείμενο δεν υπάρχουν στοιχεία που να καταδεικνύουν πιθανότητα άσκησης βίας από μέρους του.
β) Φοβόταν μήπως πάθει κάτι ο ίδιος. Αυτή είναι η σημασία της φράσης της, η οποία αποδεικνύεται από τα συμφραζόμενα. Επομένως «εφοβούμην τον» σημαίνει «ανησυχούσα για τον».
      Είναι φυσικό να ανησυχεί μήπως πάθει κάτι ο άντρας της, ως τιμωρία του θεού προς την ίδια.
β) Εκδηλώσεις και συναισθήματα πατέρα  
-          Αρχικά προσπαθούσε να την παρηγορήσει κι έκρυβε τη λύπη του. Βλέπουμε  πως παρέμεινε στοργικός απέναντί της, παρόλο που τη θεωρούσε υπαίτια.
-          Κλείστηκε στον εαυτό του κι άρχισε να απομακρύνεται (η εσωστρέφεια = πολύ συχνή αντίδραση για κάποιον που υποφέρει ψυχικά).
§36: Συνεχίζεται η περιγραφή των αντιδράσεων της μητέρας ως τη στιγμή που γέννησε το Γιωργή.
Ιδιωτισμοί: 1) «να φάγω ψωμί να πάγη στην καρδιά μου» (και μεταφορά)
                   2) «ήταν οι πολλαίς οι χαραίς που επήγα» (= έκανα πολλά τάματα). =>
=> Επομένως, η γέννηση του Γιωργή θεωρήθηκε από τη μητέρα ως, εν μέρει, άφεση της αμαρτίας της και ως αποτέλεσμα της προσευχής της (θεϊκή παρέμβαση).
            §37 – 38: Μετά τη γέννηση του Γιωργή η μητέρα εκφράζει πως ένιωσε. Χαλάρωσε λίγο, αλλά δεν ηρέμησε εντελώς. Τα συναισθήματά της εκφράζονται ξανά με ιδιωτισμό «κατάκατσεν η καρδιά μου, μα δεν ημέρεψε». Αναφέρεται, επίσης, η αντίδραση του πατέρα, ο οποίος δήλωσε ευθέως ότι προτιμούσε κορίτσι.
Η σημασία της δήλωσης του πατέρα
            Μπορεί να συμβάλλει και στην εξήγηση / αιτιολόγηση / ερμηνεία της εμμονής της μητέρας στα θηλυκά παιδιά. Ταυτίστηκε με τις προτιμήσεις του άντρα της.
            §39: Αναφέρεται στην περίοδο κατά την οποία η μητέρα ήταν έγκυος στην Αννιώ. Επεδίωξε, τότε, να αποκτήσει ένα συγχωροχάρτι, από την Ιερουσαλήμ. Ευελπιστούσε πως θα πάψει ο θεός να την τιμωρεί για την τιμωρία της. Πράγματι, έλαβε το συγχωροχάρτι.
            §40: Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης αγωνιούσε για το φύλλο του παιδιού. Συμβουλευόταν τη μαμή του χωριού, η οποία, από το μέγεθος της κοιλιάς, επιβεβαίωνε πως θα έκανε κορίτσι, όπως η μητέρα λαχταρούσε.
Αντλούμε στοιχείο πολιτισμού: εμπειρική πρόβλεψη του φύλου από το μέγεθος της κοιλιάς. Η μητέρα εκφράζει τη χαρά της, η οποία εξηγείται από την εμμονή της στα κορίτσια.
            §41: Το παιδί γεννήθηκε – ήταν όντως θηλυκό. Ονομάστηκε Αννιώ, όπως το παιδί που είχε πεθάνει. Αυτό έδινε στους γονείς της την αίσθηση ότι είχε αναπληρωθεί το κενό.
            Η ευτυχία της μητέρας αισθητοποιείται με έναν ιδιωτισμό που είναι ταυτόχρονα και μεταφορά: «τότε πια ήρθεν η καρδιά στον τόπο της». Εκφράζεται η ευγνωμοσύνη της στο θεό (θεοσέβεια μητέρας).
            Γίνεται διπλή αναφορά στην αμαρτία της («αμαρτωλή», «εξάλειψες την αμαρτία μου»). Για μια ακόμα φορά η μητέρα συνδέει ό,τι της συμβαίνει με το θεό και το αμάρτημά της. Επειδή τώρα της συνέβη κάτι ευχάριστο, το εκλαμβάνει ως άφεση – συγχώρεση της αμαρτίας της από το θεό.   
§42: Ιδιωτισμός: όλα τα λόγια της.
            Πρώτον, επισημαίνει πως φρόντιζαν ιδιαίτερα την Αννιώ. Δεύτερον, αναφέρεται στην αντίδραση του Γιωργή. Η παρατήρησή της έρχεται σε αντίφαση με όσα είπε ο αφηγητής στην αρχή του διηγήματος σχετικά με το πώς τα παιδιά, τα αδέρφια του και ο ίδιος αντιμετώπιζαν την Αννιώ και τις ιδιαίτερες περιποιήσεις που απολάμβανε. Τότε είχε πει πως δε ζήλευαν. Τώρα η μητέρα λέει πως ζήλευε ο Γιωργής.
Πως εξηγείται αυτό:
            Στην αρχή του έργου, ο αφηγητής αναφερόταν στην παιδική του ηλικία, ενώ τώρα η μητέρα αναφέρεται στη βρεφική ηλικία. Στην παράγραφο 43 λέει χαρακτηριστικά πως τον «απέκοψε», δηλαδή έπαψε να τον θηλάζει. Έτσι ερμηνεύεται αυτό που η μητέρα αποκαλεί ζήλια του. Δεν ήταν συνειδητή αντίδραση, αλλά η ενστικτώδης αντίδραση ενός μωρού. Εξάλλου, στην αρχή του διηγήματος, τα συναισθήματα του αποδίδονται από την σκοπιά του ώριμου αφηγητή, ενώ εδώ δίνεται η οπτική γωνία της μητέρας. Επομένως, η αντίφαση είναι φαινομενική, γιατί αποτυπώνονται δύο πραγματικότητες, του Γιωργή που δε θυμάται πως συμπεριφερόταν ως βρέφος, ενώ θυμάται πως ένιωθε ως παιδί και της μητέρας. (Άσκηση 2 σχολικού βιβλίου).
            §43: Η μητέρα περιγράφει τη συμπεριφορά του πατέρα, τη στάση του απέναντι στο Γιωργή και τη νεογέννητη αδερφή του. Τώρα μαθαίνουμε γιατί ο πατέρας αποκαλούσε το Γιωργή «το αδικημένο του». Το έκανε, επειδή η μητέρα είχε πάψει να τον θηλάζει, για να θηλάζει την Αννιώ. Ότι ο πατέρας χαρακτήριζε το Γιωργή με αυτό τον τρόπο. Έχει αναφερθεί και προηγουμένως στο διήγημα, από τον ίδιο (σελ. 134, μετά την σκηνή στην εκκλησία). Ο Γιωργής γνώριζε πως ο πατέρας του τον αποκαλούσε έτσι, όμως τώρα μαθαίνει το λόγο.
            Ο πατέρας μάλωνε τη μητέρα, όπως η ίδια αφηγείται, επειδή παραμελούσε το Γιωργή, παρά το γεγονός πως, όταν γεννήθηκε ο Γιωργής, είχε δηλώσει πως προτιμούσε κορίτσι. Παρουσιάζεται ως δίκαιος και καλός πατέρας απέναντι σε όλα τα παιδιά του.
            Κατόπιν η μητέρα εξομολογείται πως και η ίδια στεναχωριόταν που ο Γιωργής αντιδρούσε άσχημα. Ομολογεί όμως πως δεν μπορούσε να αφήσει την Αννιώ από τα χέρια της, από φόβο μήπως πάθει κάτι κακό. Δικαιολογεί τον εαυτό της, ακόμα και τώρα που μιλάει εκ του ασφαλούς, εφόσον γνωρίζει πια όλη την αλήθεια, λέγοντας πως και ο πατέρας, αν και τη μάλωνε, είχε κι αυτός αδυναμία στο κορίτσι.
            Βλέπουμε πως ο ψυχικός κόσμος της μητέρας ήταν ταραγμένος, αφότου γέννησε την Αννιώ. Παρόλο που είχε πιστέψει ότι με το συγχωροχάρτι που έλαβε και με τη γέννηση μιας κόρης, ο θεός είχε στείλει μήνυμα πως τη συγχωρεί παρά ταύτα κυριαρχεί στην ψυχή της ο φόβος, σαν να διαισθάνεται ότι η Αννιώ θα αρρωστήσει και θα πεθάνει.
            §44: Κυριαρχεί η αντίθεση στα λεγόμενα της μητέρας: «Όσο περισσότερα χάδια, τόσο ολιγώτερην υγεία» (1η αντίθεση).
            Τα αγόρια «κόκκινα, ζωηρά και σερπετά» (= κινητικά) – Η Αννιώ «ήσυχο, σιγανό και αρρωστιάρικο». (2η αντίθεση).
            Η μητέρα, για μια φορά ακόμα, εκλαμβάνει την ασθένεια της Αννιώς ως θεϊκή τιμωρία.
            Αναφέρει πως την κυνηγούσαν οι τύψεις. Η ασθένεια της Αννιώς της υπενθύμιζε το αμάρτημά της. η σύνδεση της Αννιώς με την πεθαμένη κόρη στη συνείδηση της μητέρας λειτουργεί ως μακάβρια προσήμανση αλλά εκφράζει, ταυτόχρονα, τη φοβία, τον ταραγμένο ψυχισμό της.
            Η παράγραφος τελειώνει με συμπύκνωση («Ώσπου μια μέρα πέθανε και το δεύτερο»).
            §45: Με δεδομένο πως ο πατέρας ήταν ήδη νεκρός, δεν υπήρχε ελπίδα πως θα μπορέσει να γεννήσει άλλο κορίτσι. Αυτό αιτιολογεί την καταφυγή της σε υιοθεσίες ξένων παιδιών. Θεωρεί πως ήταν η μόνη λύση, για να μην τρελαθεί.
            Η πρώτη περίοδος λόγος της παραγράφου τονίζει πως μόνο όποιος έχει ανάλογη βιωματική εμπειρία μπορεί να καταλάβει το μαρτύριό της. αυτή η τοποθέτηση της μητέρας αιτιολογεί τη στάση της στο τέλος του έργου, μετά την εξομολόγηση στον Πατριάρχη. Δεν επιτυγχάνεται λύτρωση, επειδή κατά τα λεγόμενά της, ο Πατριάρχης είναι καλόγηρος και δεν έχει ανάλογο βίωμα ως άτεκνος. Μένει ως το τέλος συνεπώς στις πεποιθήσεις της.
            §46: Επαναλαμβάνεται η πληροφόρηση για την ποιότητα του χαρακτήρα της πρώτης θετής κόρης. Παρά ταύτα, με το παιδί αυτό αναπλήρωνε το κενό των κοριτσιών που είχε χάσει και «ημέρωνε τη συνείδησή της» (= ιδιωτισμός), δηλαδή η παρουσία αυτού του παιδιού συνέβαλε στην απενοχοποίησή της.
            §47: Ξεκινά με μια παροιμία, στην οποία εμπεριέχεται το ζήτημα της εξιλέωσης της μητέρας. Θεωρεί πως η ενοχή θα ξεπεραστεί όσο περισσότερο τιμωρηθεί. Κάθε πλήγμα το θεωρεί τιμωρία, θεία δίκη. Έτσι ανακουφίζεται συνειδησιακά και γι’ αυτό επιδιώκει την τιμωρία μέσω των δύο υιοθεσιών. Θεωρεί πως θα εξιλεωθεί εν ζωή και θα αποφύγει έτσι την κόλαση. Ταυτόχρονα αναπληρώνει και την απώλεια.
Παρατήρηση
            Δύο οι σκοπιμότητες των υιοθεσιών:
1)      Αναπλήρωση της απώλειας.
2)      Εξιλέωση μέσω της «παίδεψης» που υφίσταται μεγαλώνοντας ξένα παιδιά.
§48: Φτάνει στον άμεσο στόχο της: να κάμψει την αντίδραση του Γιωργή για τη δεύτερη υιοθετημένη κόρη της.
§49: Η αντίδραση του Γιωργή, η υποχώρησή του και η μετάνοιά του δείχνουν ότι η μητέρα πέτυχε το στόχο της.
§50: Η μητέρα απευθύνει ευχές στο Γιωργή και εκ του ασφαλούς πια αναγνωρίζει τα ελαττώματα της δεύτερης ψυχοκόρης της, προσπαθώντας, ταυτόχρονα, να εμπνεύσει στο Γιωργή οίκτο προς το κορίτσι, για να διασφαλίσει ακόμα περισσότερο την παραμονή του.
«Της τύχης ήτανε; Του θεού ήτανε;»
            Με τις δύο έννοιες η μητέρα αναφέρεται σ’ αυτό που ευρύτερα ονομάζεται Μοίρα. Πρόκειται για λαογραφικό στοιχείο. Εκφράζεται η λαϊκή αντίληψη για το ρόλο της Τύχης, η οποία από τα αρχαία χρόνια εθεωρείτο θεά, η οποία όμως είναι κατώτερη από τη Μοίρα, γι’ αυτό και η βούλησή της μπορεί να ανατραπεί. Ο θεός ταυτίζεται περισσότερο με τη Μοίρα, που αντιτίθεται προς την Τύχη, διότι είναι μη ανατρέψιμη δύναμη.
            Η μητέρα αναφερόμενη σε υπέρτατες δυνάμεις αποποιείται της ευθύνης των επιλογών της. Έτσι, διασφαλίζει την αποδοχή των πράξεών της από το Γιωργή.

ΕΝΟΤΗΤΑ 4
Η εξομολόγηση της μητέρας στον Πατριάρχη.
            §1: Ο Γιωργής ερμηνεύει αναδρομικά, από τη σκοπιά του ώριμου αφηγητή, την ως τότε συμπεριφορά της μητέρας του. Του λύνονται όλες οι απορίες και αποκαθίστανται οι παρεξηγημένες ερμηνείες της στάσης της, τις οποίες επιχειρούσε παλαιότερα. Αξιολογεί το αμάρτημα ως τρίτο πρόσωπο. Υπάρχει μια αντίθεση ανάμεσα στις ερμηνείες που έδινε τότε και στην ερμηνεία που δίνει τώρα, η οποία αισθητοποιεί τη διάσταση παιδιού – ώριμου αφηγητή συμπυκνωμένα.
            Στο παρελθόν θεωρούσε τις πράξεις της ως α) δεισιδαιμονίες
                                                                                   β) αποτελέσματα μονομανίας.
            Στο παρόν εντοπίζει τα βαθύτερα αίτια της συμπεριφοράς της:
α) Η συναίσθηση του αμαρτήματος, δηλαδή η συνειδητοποίηση του μεγέθους του.
β) Η ηθική ανάγκη του εξαγνισμού που την πίεζε εσωτερικά – ψυχολογικά.
γ) Το αδύνατον της εξαγνίσεως, δηλαδή το αδιέξοδο στο οποίο οδηγούσε κάθε προσπάθειά της.
Όλα αυτά ωθούσαν τη μητέρα στην παράδοξη συμπεριφορά που έχει ήδη περιγραφεί και ταυτόχρονα σε όλα αυτά συμπυκνώνεται και η τιμωρία της, η κόλαση, όπως τη χαρακτηρίζει ο αφηγητής.
            Κατακλείδα παραγράφου: συμπύκνωση και απόδοση της ψυχολογικής της κατάστασης. Η αίσθηση του αδιεξόδου είναι έντονη.
            §2: Μετά την εξομολόγηση της μητέρας στο Γιωργή, εκείνος επικεντρώθηκε στην προσπάθεια να την παρηγορήσει και να την ανακουφίσει. Θέλησε να βοηθήσει τη μητέρα του να αντιληφθεί τα εξής (τα οποία ο ίδιος, μέσω του ορθού λόγου και της αποστασιοποίησης από το γεγονός μπορούσε  να καταλάβει).
1)      Για το «απρομελέτητον και αβούλητον το αμαρτήματος».
2)      Για την ευσπλαχνία, δηλαδή την επιείκεια και τη δικαιοσύνη του θεού, ο οποίος λαμβάνει υπόψη του τα ελαφρυντικά, δηλαδή αξιολογεί περισσότερο την πρόθεση παρά την πράξη.
Η υποκειμενική σκοπιά του αφηγητή, όπως ο ίδιος τη σχολιάζει εκ των υστέρων, τον έκανε να πιστεύει, για κάποιο χρονικό διάστημα, ότι οι προσπάθειές του είχαν τελεσφορήσει. Βέβαια, επρόκειτο για πλάνη.
            §3: Αρχίζει την αναφορά στο επεισόδιο της εξομολόγησης της μητέρας στον Πατριάρχη. Η αφορμή ήταν μια επίσκεψη της μητέρας στην Κωνσταντινούπολη, για να τον δει.
            §4: Περιγράφει πως ο ίδιος γνωρίστηκε με τον Πατριάρχη και του εξέθεσε την ιστορία της μητέρας του και του ζήτησε τη βοήθειά του. Ο αφηγητής υπέθετε τότε πως το κύρος του Πατριάρχη θα βοηθούσε, ώστε η μητέρα του να πιστέψει ότι κέρδισε την άφεση των αμαρτιών της.
            §5 – 6: Πραγματοποιείται  εξομολόγηση και ο αφηγητής συμπεραίνει από τα νεύματα του Πατριάρχη ότι, ναι μεν δυσκολεύτηκε, αλλά πέτυχε το σκοπό του.
            §7: Εκφράζεται η χαρά του Γιωργή, εφόσον, κατά την άποψή του, η μητέρα του ένιωσε ότι εξιλεώθηκε (υποκειμενική τοποθέτηση).
Παρατήρηση
            §4 – 7: Είναι εμφανής η πλάνη του Γιωργή, η οποία πηγάζει:
α) Από την επιθυμία του να ανακουφίσει τη μητέρα του (αλτρουιστικό – ανιδιοτελές κίνητρο).
β) Από τον πόθο του να κερδίσει την εύνοια και να εξασφαλίσει την αγάπη της για το μέλλον (ιδιοτελές κίνητρο που εμπορεύεται από τον πληγωμένο ψυχισμό του, εξαιτίας της αδιαφορίας που εισέπραξε από τη μητέρα κατά το παρελθόν).
            §8 – 13: Η απόπειρα του Γιωργή αποδεικνύεται μάταιη – Δεν επετεύχθη η εξιλέωση της μητέρας.
            §8: «βυθιζόμενη … εις σκέψεις».
            §10: «Η μήτηρ μου δεν απεκρίθη».
            Το γεγονός ότι η μητέρα μένει σκεφτική και δεν αποκρίνεται στα λεγόμενα του Γιωργή αποτελεί προοικονομία πως δεν πέτυχε η προσπάθειά του.
            §12: Αποδεικνύεται αυτό που ο Γιωργής φοβόταν. Η μητέρα δεν εξιλεώθηκε. Κανένας εξωγενής παράγοντας δεν κατόρθωσε να εξαλείψει την ενοχή της, ούτε καν ο ανώτατος εκπρόσωπος του Θεού, ο Πατριάρχης.
            §13: Το τέλος είναι λιτό, όπως και η αρχή, απότομο, απροσδόκητο και χωρίς επίλογο. Αυτό επιτείνει ακόμη περισσότερο το αδιέξοδο.
Σχόλιο
            §1 και §3 (ενότητα 4).
            Έχουμε δύο συμπυκνώσεις – δύο αφηγηματικά κενά (28 έτη, 2 έτη). Στις περιόδους που δεν αναφέρονται διεξοδικά, τα γεγονότα που έχουν εκτυλιχθεί ήταν επουσιώδη. Όσα συνέβησαν σε αυτά τα διαστήματα δεν έχουν καμία σημασία για την εξέλιξη της υπόθεσης του έργου, γι’ αυτό και παραλείπονται (δε συνάπτονται προς το θέμα του έργου). Γι’ αυτό και δε θίγει τι απέγινε με το Κατερινιώ.

Ασκήσεις σχολικού βιβλίου.
Διάσταση ανάμεσα στον ώριμο αφηγητή και στην παιδική συνείδηση που προσλαμβάνει τα συμβάντα.
1.      Στο πρώτο μέρος του έργου, ο αφηγητής παρουσιάζει ωραιοποιημένη την οικογενειακή του κατάσταση και δηλώνει πως κατά βάθος η μητέρα, παρά τις ιδιαίτερες περιποιήσεις της προς την Αννιώ, αγαπούσε το ίδιο όλα της τα  παιδιά. Ωστόσο, αυτή η βεβαιότητα του αφηγητή ανατρέπεται μετά τη σκηνή στην εκκλησία, όταν ο Γιωργής ακούει τη μητέρα να προσφέρει ως θυσία στο θεό ένα από τα αγόρια της, με αντάλλαγμα τη ζωή της Αννιώς. Στο σημείο αυτό η πεποίθησή του πως η μητέρα αγαπά όλα τα τέκνα της το ίδιο κλονίζεται, αναθεωρείται, ο μικρός θυμάται ότι και στο παρελθόν ο πατέρας του τον αποκαλούσε το «αδικημένο του», φτάνει μάλιστα στο σημείο να αισθάνεται απειλούμενος από την ίδια του τη μητέρα. Υπάρχουν, ωστόσο, ορισμένα σημεία στο διήγημα, όπου η αντίληψη αυτή αποκαθίσταται, ή τουλάχιστον ο Γιωργής θέλει να θεωρήσει πως αποκαθίσταται:
.               Στη σκηνή στο ποτάμι, όταν η μητέρα του του σώζει τη ζωή
.               Στις αντιδράσεις της μητέρας, όσο αυτός έλειπε στα ξένα
.               Στην εξομολόγηση της μητέρας προς το Γιωργή, όταν του αποκαλύπτει το μυστικό που ερμηνεύει τις «αδικίες» εις βάρος των γιων της.

2.      Οπτική γωνία μητέρας: Η μητέρα λέει πως ο Γιωργής ζήλευε την αδερφή του, την Αννιώ, γιατί όταν αυτή γεννήθηκε, τον απόκοψε νωρίς και τον παραμελούσε.
  Οπτική γωνία αφηγητή: δηλώνει πως δεν αισθανόταν καμία ζήλια για την αδερφή του, κατά την παιδική του ηλικία, γιατί ήξερε πως στο βάθος η μητέρα τους αγαπούσε όλους το ίδιο.
Φαινομενικά, οι δύο οπτικές γωνίες δε συμπίπτουν, αντίθετα, βρίσκονται σε διάσταση μεταξύ τους.
Βέβαια, αυτό ερμηνεύεται, αν σκεφτούμε πως ο Γιωργής, ακόμα κι αν ζήλευε, δε θέλησε να το παραδεχτεί ποτέ, από αγάπη προς την αδερφή του και από συμπόνια, λόγω της ασθένειας και κατόπιν του θανάτου της.
Από την άλλη, πρέπει να διευκρινίσουμε πως η Μητέρα αναφέρεται στη βρεφική ηλικία του Γιωργή, ενώ ο ίδιος αναφέρεται στην παιδική του ηλικία. Επομένως, δεν μιλούν για την ίδια περίοδο της ζωής του αφηγητή. Μπορούμε να θεωρήσουμε πως ο Γιωργής, πέρα από μια προσπάθεια ωραιοποίησης της κατάστασης, ως παιδί δεν αισθανόταν πράγματι ζήλια για την αδερφή του, γιατί κατανοούσε την κρισιμότητα της κατάστασης και δικαιολογούσε τη συμπεριφορά της μητέρας του.

3.         Όπως είναι φυσικό, η οπτική γωνία του ώριμου αφηγητή που σχολιάζει τα συμβάντα του παρελθόντος εκ των υστέρων διαφέρει από τον τρόπου που τα αντιλαμβάνεται ως παιδί, το οποίο τα ερμηνεύει τη στιγμή που συμβαίνουν.
            Κάθε μικρό παιδί, με την ανωριμότητα και την απειρία που το χαρακτηρίζει, αντιδρά συνήθως παρορμητικά και συναισθηματικά. Ένας ώριμος άνθρωπος είναι σε θέση να επεξεργαστεί τα δεδομένα με ψυχραιμία. Χαρακτηρίζεται από ικανότητα να δει σφαιρικά και ολοκληρωμένα τα τεκταινόμενα, ειδικά όταν έχει περάσει σεβαστό χρονικό διάστημα ανάμεσα στο χρόνο που πραγματοποιήθηκαν και στο χρόνο κατά τον οποίο ερμηνεύονται.
Συγκεκριμένα , στο κείμενο:
Σελ. 125
            Κατατίθεται η ερμηνεία του ώριμου αφηγητή, ως προς τα συναισθήματα που προκαλούσε στον ίδιο και τον αδερφό του η εμφανής αδυναμία της μητέρας στην Αννιώ. Βλέπουμε ότι δηλώνει πως δεν αισθάνονταν ζήλια και πως ήταν βέβαιοι για την αγάπη της μητέρας τους.
Σελ. 128
            Καθώς περιγράφεται η επιδείνωση της κατάστασης της Αννιώς, ο συγγραφέας, από τη σκοπιά του ώριμου αφηγητή, θυμάται πως η μητέρα παραμελούσε τα αρσενικά παιδιά της και εκφράζει παράπονο γι’ αυτό. Παρόλο που είναι σε θέση να αντιληφθεί την απόγνωση της μητέρας του, είναι εμφανής η πικρία που αισθάνεται ακόμη. Στο σημείο αυτό εισπράττει τις ενέργειες της όπως όταν ήταν παιδί, βέβαια με μεγαλύτερη ψυχραιμία, όχι όμως με απόλυτη συναισθηματική αποστασιοποίηση. Στο σημείο αυτό, δεν είναι έντονη η διάσταση ανάμεσα στον τρόπο πρόσληψης της στάσης αυτής της μητέρας κατά την παιδική και κατά την ώριμη ηλικία του.
Σελ. 133 – 134
            Καθώς περιγράφει τη σκηνή της εκκλησίας, όταν άκουσε τη μάνα να παρακαλά το Χριστό να της πάρει όποιο αγόρι θέλει, αλλά να της αφήσει το κορίτσι, προσεγγίζει το περιστατικό από την πλευρά του εαυτού του, όταν ήταν παιδί. Περιγράφει τα έντονα και αρνητικά συναισθήματα που του προκλήθηκαν.
            Ως παιδί θεώρησε τα λόγια της μητέρας ως ένδειξη πω δεν αγαπούσε τα αρσενικά της παιδιά. Ακόμα, περιγράφει τις προσπάθειες που έκανε ο ίδιος για να θυμηθεί περιστατικά που θα αποδείκνυαν πως η μητέρα του τον αγαπούσε. Δεν το κατόρθωσε. Συνέχισε να νιώθει παραγκωνισμένος. Θυμήθηκε πως ο πατέρας του τον χαρακτήριζε «το αδικημένο του». Αυτό επιδείνωσε την απόγνωσή του. Βεβαιώθηκε πως η μητέρα του δεν τον αγαπά. Όταν όμως σχολιάζει το περιστατικό από την πλευρά του ώριμου αφηγητή, ερμηνεύει με διαφορετικό τρόπο τη στάση της μητέρας.
            Συγκεκριμένα, αφηγείται πως η μητέρα του, μετά το περιστατικό της εκκλησίας, του φέρθηκε με μεγάλη τρυφερότητα, για να εξιλεωθεί, επειδή, κατά την ερμηνεία του, αντιλήφθηκε πως δε φέρθηκε σωστά.
Σελίδα  136
Τα σχόλιά του, όταν η Αννιώ ξεψύχησε
Σελίδα 143
Δίνει υπόσχεση που αφορά την πρώτη υιοθεσία (σκοπιά αφηγητή-παιδιού). Ως ώριμος, δυσανασχετεί που η μητέρα του το εκμεταλλεύεται και τον δεσμεύει με αυτό, στην 2η υιοθεσία, όταν εκείνος εκφράζει την αντίρρησή του.

4.γλωσσικές επιλογές του αφηγητή: βλέπε σημειώσεις

5. Σημεία που δείχνουν κοινωνική καταπίεση γυναίκας την εποχή εκείνη:
Σελ. 126: «Αφ’ ότου… πολύτεκνον μητέρα». Είναι εμφανές πως τηρούνται τα τουρκικά ήθη που επικρατούν στην περιοχή, σύμφωνα με τα οποία μια νέα γυναίκα, όταν χηρεύει, υποχρεώνεται να μένει εγκλωβισμένη στο σπίτι.
Σελ. 138: «Πολλοί είχον κατηγορήσει τη μητέρα μου … σπαραξικάρδιούς της θρήνους». Βλέπουμε πως η κοινωνία επιβάλλει σε μια νέα γυναίκα που χηρεύει να εκδηλώνει μεγαλόφωνα το θρήνο της, ειδάλλως παρεξηγείται. Η μητέρα, απ΄’ την πλευρά της, αντιδρά ήπια, όχι γιατί δεν αισθάνεται οδύνη, αλλά γιατί ανησυχεί μήπως υπερβεί τα όρια της σεμνότητας και παρεξηγηθεί. Η κοινωνική καταπίεση που υφίσταται η γυναίκα της εποχής εκείνης πηγάζει από αυστηρούς κανόνες καθωσπρεπισμού. Παρά ταύτα, όταν πια χάνει την κόρη της, η οδύνη της είναι τέτοια που ξεχνά το φόβο «για το τι θα πει ο κόσμος».
Σελ. 139: «Εμετρίασεν … βίον». Το γυναικείο φύλο παρουσιάζεται άτολμο. Σύμφωνα με τις συνήθειες της εποχής οι γυναίκες δεν έπρεπε να εργάζονται εκτός οικείας, εκτός και αν ήταν μεγάλη ανάγκη, όπως στην προκειμένη περίπτωση.
Σελ. 140: «Δεσποινιώ ή Μηχαλιέσσα». Για πρώτη φορά αναφέρεται το όνομα της μητέρας του αφηγητή. Βλέπουμε, ωστόσο, πως σύμφωνα με τον τρόπου που την αποκαλούν, δεν αντιμετωπίζεται ως αυτόνομη οντότητα, αλλά επωνομάζεται από το μικρό όνομα του συζύγου. Δεν έχει δική της ταυτότητα. Αυτός ο τρόπος επονομασίας των γυναικών από το όνομα του συζύγου συνηθίζεται ακόμα και σήμερα, σε αρκετές περιοχές της Ελλάδας.
σελ 147 ¨αφού κορίτσι....χαρώ¨: Οι νέες γυναίκες, όσο ήταν ανύπανδρες, βρίσκονταν υπό την προστασία της μητέρας και γενικά της οικογένειας και δεν είχαν δικαίωμα συμμετοχήε σε γιορτές και δημόσιες εκδηλώσεις.

6.      Αρχικό γεγονός: αυτό που δηλώνεται στο τέλος, ο ακούσιος φόνος από τη μητέρα του πρώτου της παιδιού.
Πώς δραματοποιούνται οι συνέπειές του: Αυτό σχετίζεται με τη συμπεριφορά της μητέρας προς τους γιους της και με τις επιπλοκές που αυτή η συμπεριφορά επιφέρει στις σχέσεις τους και στον ψυχισμό τους, ιδιαίτερα στον ψυχισμό του Γιωργή. Άρα, περιγράφουμε αυτή τη συμπεριφορά και τα συναισθήματα του αφηγητή, με βάση τις σημειώσεις.

7. α) Η μητέρα πιστεύει πως, για κάθε συμφορά που τη βρίσκει, ο Θεός την τιμωρεί για την αμαρτία της.
Ανήκει στους ευσεβείς αλλά και αμαθείς απλοϊκούς ανθρώπους που θεωρούν το Θεό ως τιμωρό. Έτσι, οδηγείται στις υιοθεσίες κοριτσιών, για να εξιλεωθεί πρώτα απέναντι στο Θεό. Έχει την ιδέα πως, αν παιδευτεί αρκετά μεγαλώνοντας ξένα κορίτσια, θα εξιλεωθεί εν ζωή και έτσι θα περιοριστεί η μετά θάνατον τιμωρία της.
Ταυτόχρονα, ευελπιστεί πως με τον τρόπο αυτό, δηλαδή με την αυτοτιμωρία, θα εξευμενίσει το Θεό και ίσως έτσι αποφευχθούν νέες συμφορές.
            Βέβαια, επειδή βασανίζεται από ενοχές για την αμαρτία της, ελπίζει πως αν παιδευτεί ανατρέφοντας ξένα παιδιά, θα ανακουφιστεί. Αυτή όμως δεν είναι η πρώτη προτεραιότητά της.
β) Ακόμα και η επαφή της με τον Πατριάρχη οδηγείται σε αδιέξοδο. Ούτε καν η εξομολόγησή της προς αυτόν δεν συντελεί στην απενοχοποίηση της ενοχοποιημένης συνείδησής της. Είναι προφανές ότι η μητέρα έχει αυτοπαγιδευθεί και κατά βάθος δε θέλει να λυτρωθεί. Δεν μπορεί κανένας εξωγενής παράγοντας να εξαλείψει την ενοχή της, αν η ίδια δε συγχωρήσει τον εαυτό της.

Άρα: α) Η αυτοτιμωρία της μητέρας συνιστά πράξη εξιλέωσης και απέναντι στο Θεό και απέναντι στον εαυτό της, αν και, όπως αποδεικνύεται, είναι αδύνατο γι’ αυτή να εξιλεωθεί απέναντι στον εαυτό της, δεν το θέλει και δεν το μπορεί.
     β)Γι’ αυτό και η συνάντησή της με τον Πατριάρχη δεν την οδηγεί σε απολύτρωση, δεν επαρκεί για να καθησυχάσει τη συνείδησή της και δείχνει πως δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να επιτύχει κάτι τέτοιο. Η μητέρα είναι εγκλωβισμένη και δεν έχει καμία διάθεση να λυτρωθεί.
     γ) Έχει το ελαφρυντικό της ψυχοπάθειας, αλλά δεν παύει να προκαλεί στον αναγνώστη αρνητικά συναισθήματα η στάση απέναντι στα παιδιά της, το γεγονός πως δεν προσπάθησε να συνέλθει, για χάρη τους και τους προκάλεσε ψυχικά τραύματα.

8. Αυτοβιογραφικό στοιχείο: βλέπε σημειώσεις.

9. Φράση – κλειδί (μοτίβο α΄μέρους)
α) Σελ. 126: «η ασθένεια της Αννιώς ολοέν εδεινούτο».
Σελ. 127: «Η κατάστασις της Αννιώς έβαινεν αργά μεν και απαρατηρήτως, αλλ’ ολοέν επί τα χείρω».
Σελ. 128: «Η κατάστασις της ασθενούς εδεινούτο».
«Το παιδίον εχειροτέρευεν αδιακόπως».
Σελ. 129: «Πλην όλα, όλα ταύτα απέβαινον ανωφελή. Η ασθένεια της πτωχής μας αδελφής ήτον ανίατος».
Σελ. 132: «Απ’ εναντίας η κατάστασις ήρχισε να εμπνέη τώρα τους εσχάτους φόβους».
Σελ. 137 – 138: «Διότι μόλις … βάσανά του!».
β) Ο αφηγητής την επαναλαμβάνει γιατί το κυρίαρχο μοτίβο του πρώτου μέρους του διηγήματος είναι η κατάσταση της υγείας της Αννιώς. Αφηγείται, λοιπόν, την εξέλιξη της κατάστασης αυτής και οι επαναλήψεις τον εξυπηρετούν για να συνδέσει τα γεγονότα μεταξύ τους, ώστε να επαναφέρει και να υπενθυμίζει στον αναγνώστη ποιο είναι το κεντρικό θέμα. Εδώ οδηγεί σε κορύφωση.
Υπηρετεί, λοιπόν, και τη δομή του κειμένου. Εξάλλου, όσο επιδεινώνεται η κατάσταση της υγείας της Αννιώς επιτείνεται ταυτόχρονα και η παραμέληση των αγοριών από τη μητέρα, που αποτελεί το κεντρικό θέμα του έργου. Αυτή η κλιμακούμενη αδιαφορία της μητέρας προς τα παιδιά της, που γίνεται εντονότερη όσο χειροτερεύει η κατάσταση της κόρης της, κορυφώνεται με το θάνατό της και αποτελεί την αιτία παραπόνων και ενοχοποιημένου ψυχισμού του αφηγητή, επομένως και το κεντρικό ζήτημα του έργου του.

10. για τη σκηνή της εκκλησίας και τον τραυματισμό του ψυχισμού του Γιωργή βλέπε σημειώσεις.

11. α) Ειρωνικές αποχρώσεις στη «φωνή» του αφηγητή συναντούμε στα σημεία του έργου όπου θίγεται η ευπιστία του απλού λαού και η εκμετάλλευσή του από επιτήδειους.
            Χαρακτηριστική τέτοια σκηνή στη σελίδα 127, στη σκηνή με τον κουρέα του χωριού, ο οποίος αυτόκλητα επιτελεί χρέη γιατρού. Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί γλώσσα καυστική και ειρωνική, όταν αναφέρεται στο συγκεκριμένο πρόσωπο, το οποίο χωρίς καμία δικαιοδοσία και, φυσικά, χωρίς τις απαιτούμενες γνώσεις, παριστάνει το γιατρό, εκμεταλλευόμενος την απόγνωση και την ανάγκη των αμαθών χωρικών καθώς και την έλλειψη ειδικού γιατρού στην περιοχή. Πρόκειται για κλασική περίπτωση κομπογιαννίτη, η οποία στηλιτεύεται από το συγγραφέα.
            Ειρωνικό ύφος χρησιμοποιείται και για να περιγραφεί η καταφυγή της μητέρας σε μαγγανείες, υποκινούμενη από την απόγνωση, την αμάθεια και τη δεισιδαιμονία της.
            Συγκεκριμένα, στη σελίδα 128 αναφέρονται και οι δεισιδαιμονίες με τις οποίες οι άνθρωποι επιχειρούν να ερμηνεύσουν αυτά που δεν κατανοούν βάσει της λογικής. «ο ασθενής … μεταμορφωμένος». Στην ίδια σελίδα, λίγο πιο κάτω, περιγράφονται στο ίδιο ύφος οι μαγείες στις οποίες κατέφυγε η μητέρα: «Πλησίον … μαγισσών».
β) Η ειρωνεία χρησιμοποιείται από τον αφηγητή, για να στηλιτεύσει τα παραπάνω φαινόμενα, για να επισημάνει τη ματαιότητα των εγχειρημάτων της μητέρας, τα οποία, ως ώριμος αφηγητής, γνωρίζει ότι δεν απέδωσαν. Επίσης, επικρίνει τη διάθεση ορισμένων να εκμεταλλευτούν τον απλό κόσμο και να κερδοσκοπήσουν σε βάρος του.

12. Η αληθοφάνεια των χαρακτήρων του διηγήματος
            Ο συγγραφέας επιτυγχάνει να παρουσιάσει τους χαρακτήρες του διηγήματος του με ιδιαίτερη αληθοφάνεια, χρησιμοποιώντας τα ακόλουθα μέσα:
1)      Χρησιμοποιεί την αφηγηματική τεχνική της μίμησης, δηλαδή το διάλογο, τον ευθύ λόγο, για να αποδοθούν άμεσα τα λόγια των προσώπων.
2)      Εκτός από το διάλογο, χρησιμοποιεί και την τεχνική του ελεύθερου πλάγιου λόγου, όταν μεταφέρει τα λόγια της μητέρας του όπως ακριβώς εκείνη τα είπε, χωρίς όμως να τα τοποθετεί μέσα σε εισαγωγικά.
Με τους δύο προηγούμενους τρόπους, εκτός από αληθοφάνεια, επιτυγχάνεται αμεσότητα και παραστατικότητα.
3)      Τα λόγια των προσώπων όχι μόνο μεταφέρονται αυτούσια, όπως ακριβώς ειπώθηκαν, αλλά και στη φυσική γλώσσα των προσώπων που τα εκφέρουν.
Έτσι, στους διαλόγους, όταν μιλάνε οι απλοί άνθρωποι της υπαίθρου, χρησιμοποιεί γλώσσα δημοτική και μάλιστα ιδιωματική των κατοίκων της Θράκης. Επίσης, όταν ο ίδιος παρουσιάζεται δραματοποιημένος, χρησιμοποιεί δύο ειδών γλώσσες: α) στη μικρή ηλικία που ζει στο χωριό του μιλάει δημοτική με θρακικό ιδίωμα, β) στην ώριμη ηλικία, που έχει πια μορφωθεί, χρησιμοποιεί λόγια γλώσσα, δηλαδή καθαρεύουσα.
4)      Την αληθοφάνεια υπηρετεί, επίσης, η έντονη παρουσία του αυτοβιογραφικού στοιχείου στο διήγημα. Τα γεγονότα μοιάζουν πιο αληθινά, εφόσον αντλούνται από τα βιώματα και τη ζωή του συγγραφέα και δεν αποτελούν επινοήματά του.
5)      Το ηθογραφικό στοιχείο και ο ρεαλισμός που αυτό εξασφαλίζει λειτουργούν επίσης υπέρ της αληθοφάνειας του συγκεκριμένου έργου.
6)      Τέλος, αληθοφάνεια εξασφαλίζει και η πρωτοπρόσωπη αφήγηση που χρησιμοποιείται, εφόσον ο αφηγητής είναι δραματοποιημένος, δηλαδή συμμετέχει στα δρώμενα, αποτελεί ήρωα του διηγήματός του.

13. Στοιχεία θεατρικής λειτουργίας του διηγήματος
1)      Τεχνική της μίμησης (διάλογος – ελεύθερος πλάγιος λόγος).
2)      Η ύπαρξη ζωντανών χαρακτήρων που δρουν – η παρουσίαση των χαρακτήρων με δραματοποίηση / δραματική μέθοδος.
3)      Σκηνικό φόντο (ύπαιθρος, ηθογραφικό στοιχείο) -
4)      Δράση – κινητικότητα και εξέλιξη. εναλλαγή σκηνικών
5)      Δομικές ενότητες ανάλογες των πράξεων ενός θεατρικού έργου
6)      Ύπαρξη πολλών δρώντων προσώπων

14. Αντίθεση κλειστού – ανοιχτού χώρου
            Οι εσωτερικοί χώροι αισθητοποιούν τη ασφυκτική διάθεση, το αδιέξοδο του ψυχισμού του αφηγητή. Πρόκειται για χώρους επιφορτισμένους με αρνητικά συναισθήματα.
            Οι ανοιχτοί χώροι, οι εξωτερικοί είναι αυτοί, στους οποίους βρίσκει διέξοδο και ανακουφίζεται ψυχικά.
            Ο χώρος, δηλαδή, με τις εναλλαγές του αντιστοιχεί προς τις εναλλασσόμενες ψυχικές διαθέσεις του αφηγητή.
Συγκεκριμένα:
1)      Σελ. 131 – 133: Εκκλησία – ο τόπος όπου επέρχεται η 1η ρήξη με τη μητέρα – αντιθετικά λειτουργεί ο ανοιχτός χώρος της υπαίθρου, όπου καταφεύγει καταδιωκόμενος, επιδιώκοντας τη λύτρωση.
2)      Σελ. 134: Βρίσκεται στο σπίτι (εσωτερικός χώρος) – πραγματοποιείται στον χώρο αυτό η τελετουργία της επίκλησης της ψυχής του πατέρα και ο θάνατος της Αννιώς (αρνητική λειτουργία χώρου: φόβος, δέος, θρήνος – πένθος).
3)      Σελ. 142: (Θετική λειτουργία) – Σκηνή διάσωσής του σε ανοιχτό χώρο από τη μητέρα (στο ποτάμι). => Αποκατάσταση σχέσεων μητέρας – Γιωργή.
4)      Σελ. 147: Κλειστός είναι ο χώρος όπου λαμβάνει χώρα η εξομολόγηση της μητέρας προς το Γιωργή (μέσα στο σπίτι) – για 1η φορά δε λειτουργεί επιβαρυντικά για τον ψυχισμό του ο κλειστός χώρος.
5)      Σελ. 153: Ο κλειστός χώρος του Πατριαρχείου, όπου η μητέρα εξομολογείται στον Πατριάρχη, αλλά μάταια. Δεν επέρχεται λύτρωση.
Παρατήρηση:
Είναι φανερό πως δεν μπορούμε να πούμε ότι σε όλο το διήγημα ο ανοιχτός και ο κλειστός χώρος λειτουργούν μονοσήμαντα, με μονίμως θετική λειτουργία ο πρώτος και αρνητική ο δεύτερος.
Για παράδειγμα:
. η υιοθεσία της πρώτης κόρης είναι ευχάριστο γεγονός και συντελείται και σε ανοιχτό, αλλά και σε κλειστό χώρο, στην εκκλησία.
. η εξομολόγηση της μητέρας στο Γιωργή, η οποία σηματοδοτεί την οριστική αποκατάσταση των σχέσεών τους και γι’ αυτό έχει θετική λειτουργία, συμβαίνει μέσα σε κλειστό χώρο.
. η εξομολόγηση στον Πατριάρχη, που αποτελεί απόπειρα εξιλέωσης, έστω κι αν δεν επιτυγχάνεται, πραγματοποιείται σε κλειστό χώρο(θετική λειτουργία του). Εδώ, βέβαια, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι η αρνητική λειτουργία του κλειστού χώρου υφίσταται, εφόσον δεν επετεύχθη η άρση του αδιεξόδου, ο επιδιωκόμενος στόχος.
. ο κίνδυνος πνιγμού του Γιωργή συμβαίνει σε ανοιχτό χώρο(αρνητική λειτουργία του ανοιχτού χώρου). Βέβαια, επειδή στην ίδια σκηνή ακολουθεί και η διάσωσή του από τη μητέρα, λειτουργεί, επί της ουσίας, θετικά.
. η σύνθεση του μοιρολογιού από το γύφτο-πένθιμη σκηνή, άρα αρνητικά φορτισμένη- γίνεται επίσης σε ανοιχτό χώρο.
. η λαχτάρα της μάνας, η οποία τριγυρίζει στους δρόμους και ρωτά για τον ξενιτεμένο Γιωργή, εκτυλίσσεται σε ανοιχτό χώρο(αρνητική λειτουργία). Βέβαια, επειδή αυτό αποτελεί στοιχείο που υποδηλώνει την αγάπη της γι’ αυτόν, εν έχει και θετική σημασιολόγηση.

15. Δύο επισημάνσεις – προσημάνσεις – αναφορές στην «αμαρτία» από την ίδια την μητέρα.
1)      Σελ. 133: Στην σκηνή της εκκλησίας – θεωρεί την αρρώστια της Αννιώς ως θεία δίκη, ως αποπληρωμή / τιμωρία για το αμάρτημά της.
2)      Σελ. 146: Αναφέρει την αμαρτία για 2η φορά, όταν κάνει εισαγωγή για να την εξομολογηθεί κατόπιν στο Γιωργή.
Παρατήρηση
            Και τις δύο φορές ο Γιωργής είναι παρών και ακούει τη μητέρα να αναφέρεται σε κάποια αμαρτία. Και τις δύο φορές ο Γιωργής αγνοεί το σχόλιό της. Αυτό μπορεί να οφείλεται στο γεγονός ότι η προσοχή του είναι αποσπασμένη και δίνει σημασία στα υπόλοιπα λόγια. Πιθανόν όμως να μη δίνει σημασία στη συγκεκριμένη αναφορά, γιατί, εφόσον θεωρεί τη μητέρα του ευλαβή κι εφόσον οι άνθρωποι τότε εξέφραζαν συχνά την πίστη ότι κάθε αντιξοότητα είναι θεόσταλτη, ως τιμωρία για τα αμαρτήματά τους, πιστεύει πως πρόκειται για κοινό τόπο, γενικό σχόλιο.
            Η στάση του αυτή αποτελεί ένδειξη της παράλληλης πορείας που ακολουθούν τα πρόσωπα, καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου. Αν και διαλέγονται, το ένα δεν αντιλαμβάνεται τι λέει το άλλο (στοιχεία τραγικότητας).

16. Ο αφηγητής στο «αμάρτημα» είναι ομοδιηγητικός, δηλαδή συμμετέχει στα δρώμενα, είναι ένας από τους ήρωες. Άλλες φορές ξέρει λιγότερα από άλλα δρώντα πρόσωπα(πχ από τη μητέρα) –εξωτερική εστίαση - ή όσα και οι άλλοι(πχ τα αδέρφια του), δηλαδή η εστίασή του είναι εσωτερική. Παντογνώστης δεν είναι ποτέ, δηλαδή μηδενική εστίαση δεν υπάρχει.
Συγκεκριμένα παραδείγματα:
. Ένας από τους ήρωες είναι στην αρχή του έργου, όπου δεν αποτελεί ακόμα κεντρικό πρόσωπο, μια και το κύριο θέμα είναι η επιδείνωση της υγείας της Αννιώς και κεντρικά πρόσωπα θα χαρακτηρίζαμε9 την Αννιώ και τη Μητέρα. Η εστίασή του εδώ είναι εσωτερική.
. Όταν ζει στα ξένα, γνωρίζει ο ίδιος πως είναι καλά, αλλά η μητέρα του το αγνοεί.
. Σε ορισμένα σημεία είναι βασικός συμπρωταγωνιστής(πχ σκηνή διάσωσης, σκηνές εξομολόγησης στον ίδιο και στον Πατριάρχη).
Το πλεονέκτημα της εσωτερικής εστίασης είναι πως διατηρεί την αγωνία και το ενδιαφέρον του αναγνώστη, ο οποίος, μαζί με τον αφηγητή, παρακολουθεί την εξέλιξη κατά βήμα.

17: Για τις  αναχρονίες βλέπε σημειώσεις.

              ΕΡΓΑΣΙΕΣ
1.      ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΚΕΙΜΕΝΟΥ
2.      ΗΘΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ
               Βλέπε σημειώσεις.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Share it