Τετάρτη, 16 Φεβρουαρίου 2011

ΕΠΑΝΑΛΗΠΤΙΚΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ ΕΣΠΕΡΙΝΟΥ 2010 - ΑΜΑΡΤΗΜΑ


ΑΡΧΗ 1ΗΣ ΣΕΛΙΔΑΣ
ΕΠΑΝΑΛΗΠΤΙΚΕΣ ΑΠΟΛΥΤΗΡΙΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ
Δʹ ΤΑΞΗΣ ΕΣΠΕΡΙΝΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΛΥΚΕΙΟΥ
ΠΕΜΠΤΗ 8 ΙΟΥΛΙΟΥ 2010
ΕΞΕΤΑΖΟΜΕΝΟ ΜΑΘΗΜΑ ΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ:
ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
ΣΥΝΟΛΟ ΣΕΛΙΔΩΝ: ΕΞΙ(6)
ΚΕΙΜΕΝΟ
Γεώργιος Βιζυηνός, Τό μάρτημα τς μητρός μου
(απόσπασμα)
Σάν γεννήθηκες σύ κατάκατσεν καρδιά μου, μά δέν μέρεψε. πατέρας σου σέ θελε κορίτσι. Καί μιάν μέρα μέ τό επε.
—Κι ατό καλς μς ρισε, Δεσποινιώ, μά γώ τό θελα κορίτσι.
ταν πγεν γιαγιά σου στόν γιοντάφο, στειλα δώδεκα πουκάμισα και τρία Κωνσταντινάτα1, γιά νά μέ βγάλ να σχωροχάρτι. Καί, διές σύ! σα σα κενο τό μνα, πού γύρισεν γιαγιά σου πό τή Γερουσαλή2 μέ τό σχωροχάρτι, κενο τό μνα κακοψυχοσα τήν ννιώ.
Κάθε λίγο καί λιγάκι φώναζα τή μανίτσα.—λα δά, κυρά, νά διομε. κορίτσι εναι; —Ναί, θυγατέρα, λεγεν μαμή. Κορίτσι. Δέ βλέπεις; Δέ σέ χωρον τά ροχά σου! —Καί νά πιά χαρά γώ, σάν τό κουγα!
Σάν γεννήθηκε τό παιδί καί βγκεν ληθινά κορίτσι, τότε πιά ρθεν καρδιά στόν τόπο της. Τό νομάσαμεν ννιώ, τό διο το νομα πού εχε τό σχωρεμένο, γιά νά μήν ποφαίνεται3 πώς μς λείπει κανείς πό τό σπίτι. —Εχαριστ σε, Θεέ μου! λεγα νύχτα καί μέρα. Εχαριστ σε μαρτωλή, πού σήκωσες τήν ντροπή καί ξάλειψες τήν μαρτία μου!
Καί εχαμε πιά τήν ννιώ σάν τά μάτια μας. Καί ζούλευες σύ, καί γινες το θανατ πό τή ζούλια σου.
ΤΕΛΟΣ 1ΗΣ ΑΠΟ 6 ΣΕΛΙΔΕΣ
ΑΡΧΗ 2ΗΣ ΣΕΛΙΔΑΣ
πατέρας σου σέ λεγε «το δικημένο του», γιατί σ’ πόκοψα4 πολύ νωρίς, καί μ’ μάλωνε καμμιά φορά, γιατί σέ παραμελοσα. Κ’ μένα καρδιά μου ρράγιζε, σάν σ’ βλεπα νά χαλνς. Μά, λα πού δέν μποροσα ν’ αφήσω τήν ννιώ πό τά χέρια μου! φοβούμην πώς κάθε στιγμή μπορε νά τς συμβ τίποτε. Καί πατέρας σου μακαρίτης, σο καί ν μάλωνε κ’ κενος, τήν θελε πιά νά μή στάξ καί τήν βρέξ!
Μά κενο τό ελογημένο, σο περισσότερα χάδια, τόσο λιγώτερην γεία. λεγες πώς μετάνοιωσεν Θεός γιατί μς τό δωκε. σες σασθε κόκκινα κόκκινα, καί ζωηρά καί σερπετά5. κενο, συχο καί σιγανό καί ρρωστιάρικο! ταν τό βλεπα τσι χλωμό χλωμό, μο ρχετο ες τόν νο μου τό πεθαμένο, καί δέα πώς εγώ τό θανάτωσα ρχισε νά ξανακυριεύ μέσα μου. ς πού μιάν μέρα πέθανε καί τό δεύτερο!
ποιος δέν τό δοκίμασε μοναχός του, παιδί μου, δέν ξεύρει τί πικρό ποτρι ταν κενο. λπίδα νά κάνω λλο κορίτσι δέν ταν πλέον. πατέρας σου εχ’ ποθάνει. ν δέν ερίσκετο νας γονιός νά μέ χαρίσ τό κορίτσι του, θελα πάρω τά βουνά νά φύγω.
λήθεια πού δέν βγκε καλόγνωμο. Μά σο τό εχα καί τό κήδευα6 καί τό κανάκευα, θαρροσα πώς τό εχα δικό μου, καί ξεχνοσα κενο πχασα, κ’ μέρωνα τή συνείδησί μου.
Καθώς τό λέγ’ λόγος, ξένο παιδί ’ναι παίδεψι. Μά γιά μένα παίδεψι ατή εναι παρηγοριά κ’ λαφροσύνη. Γιατί σο περισσότερο τυραννηθ καί χολοσκάσω, τόσο λιγώ-τερο θά μέ παιδέψ Θεός γιά τό παιδί πού πλάκωσα.
Γι’ ατό—νχς τήν εχή μου—μή μέ γυρεύεις νά διώξω τώρα τήν Κατερινιώ γιά νά πάρω να παιδί καλόγνωμο καί προκομμένο.
χι, χι, μητέρα! νέκραξα διακόψας ατήν κρα-τήτως. Δέν γυρεύω τίποτε. στερα π’ σα μ’ φηγήθης, σέ ζητ συγχώρησι διά τήν σπλαγχνίαν μου. Σέ πόσχομαι ν’ γαπ τό Κατερινιώ σάν τήν δελφή μου, καί νά μή τς επω τίποτε πλέον, τίποτε δυσάρεστο.
ΤΕΛΟΣ 2ΗΣ ΑΠΟ 6 ΣΕΛΙΔΕΣ

ΑΡΧΗ 3ΗΣ ΣΕΛΙΔΑΣ
τσι νχης τήν εχή το Χριστο καί τς Παναγίας! επεν μήτηρ μου ναπνεύσασα. Γιατί, βλέπεις, τό πόνεσε καρδιά μου τό πολλακαμμένο, καί δέν θέλω νά τό κακολογονε. Ξέρω κ’ γώ, μαθές; Τς Τύχης τανε; το Θεο τανε; Τόσο κακή καί νεπιδέξια πού εναι—τήν πρα στό λαιμό μου, τελείωσε.
κμυστήρευσις ατη καμε βαθυτάτην π’ μο ντύπωσιν. Τώρα μο νοίγησαν ο φθαλμοί, καί κατάλαβα πολλάς πράξεις τς μητρός μου, α ποαι πότε μέν φαίνοντο ς δεισιδαιμονία, πότε δέ ς ατόχρημα7 μονομανίας ποτελέσματα. Τό φοβερόν κενο δυστύχημα πηρέασε τόσον πολύ τόν βίον της λον, σ μλλον πλ καί νάρετος καί θεοφοβουμένη τον μήτηρ μου. συναίσθησις το μαρτήματος, θική νάγκη τς ξαγνίσεως καί τό δύνατον τς ξαγνίσεως ατο— τί φρικτή καί μείλικτος Κόλασις! πί εκοσιοκτώ τώρα τη βασανίζεται τάλαινα γυνή χωρίς νά δυνηθ νά κοιμήσ τόν έλεγχον τς συνειδήσεώς της, οτε ν τας δυστυχίαις οτε ν τας ετυχίαις της!
φ’ ς στιγμς u7956 .μαθον τήν θλιβεράν της στορίαν, συνεκέντρωσα λην μου τήν προσοχήν ες τό πς ν’ νακουφίσω τήν καρδίαν της, προσπαθν νά παραστήσω ες ατήν φ’ νός μέν τό προμελέτητον καί βούλητον το μαρτήματος, φ’ τέρου δέ τήν κραν το Θεο εσπλαγχνίαν, τήν δικαιοσύνην ατο, τις δέν νταποδίδει σα ντί σων, λλά κρίνει κατά τούς διαλογισμούς καί τάς προθέσεις μας. Καί πρξε καιρός καθ’ ν πίστευον, τι α προσπάθειαί μου δέν μειναν νεπιτυχες.
1. Κωνσταντινάτο. παλαιό χρυσό νόμισμα.
2. Γερουσαλή. η Ιερουσαλήμ.
3. ποφαίνομαι – αποφαίνομαι. γίνομαι αισθητός.
4. ποκόβω. απογαλακτίζω βρέφος, παύω να τρέφω βρέφος με το μητρικό γάλα.
5. σερπετός. κινητικός, ζωηρός.
6. κήδομαι. φροντίζω
7. ατόχρημα. πράγματι.
ΤΕΛΟΣ 3ΗΣ ΑΠΟ 6 ΣΕΛΙΔΕΣ

ΑΡΧΗ 4ΗΣ ΣΕΛΙΔΑΣ
ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ
Α1. Ο Βιζυηνός αντλεί μέρος του αφηγηματικού υλικού του από τις παραδόσεις και τα βιώματα της λαϊκής ζωής στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Να εντοπίσετε και να καταγράψετε τρία στοιχεία μέσα από το κείμενο που επιβεβαιώνουν την παραπάνω άποψη.
Μονάδες 15
Β1. α. Ποια βασική διαφορά παρουσιάζει η γλώσσα του κειμένου στα αφηγηματικά και στα διαλογικά μέρη; (μονάδες 10)
β. Να καταγράψετε δύο γλωσσικά παραδείγματα από τα αφηγηματικά και δύο από τα διαλογικά μέρη του κειμένου, τα οποία πιστοποιούν αυτή τη διαφορά. (μονάδες 10)
Μονάδες 20
Β2. α. Να χωρίσετε το απόσπασμα σε δύο βασικές ενότητες και να δώσετε έναν ενδεικτικό τίτλο για την καθεμιά. (μονάδες 10)
β. Η εξομολόγηση της μητέρας παρατίθεται από τον αφηγητή σε πρώτο πρόσωπο. Ποιες αρετές προσδίδει στην αφήγηση η επιλογή αυτή; (μονάδες 10)
Μονάδες 20
Γ1. «Τό φοβερόν κενο δυστύχημα πηρέασε τόσον πολύ τόν βίον της λον, σ μλλον πλ καί νάρετος καί θεοφοβουμένη τον μήτηρ μου. συναίσθησις το μαρτήματος, θική νάγκη τς ξαγνίσεως καί τό δύνατον τς ξαγνίσεως ατο— τί φρικτή καί μείλικτος Κόλασις!»
Να σχολιάσετε σε μία παράγραφο 100 - 120 λέξεων το περιεχόμενο του παραπάνω αποσπάσματος.
Μονάδες 25
ΤΕΛΟΣ 4ΗΣ ΑΠΟ 6 ΣΕΛΙΔΕΣ

ΑΡΧΗ 5ΗΣ ΣΕΛΙΔΑΣ
Δ1. Τόσο στο κείμενο του Γεωργίου Βιζυηνού όσο και στο κείμενο του Στρατή Μυριβήλη, που σας δίνεται πιο κάτω, περιγράφεται ένα πλαίσιο οικογενειακών σχέσεων, μέσα στο οποίο ιδιαίτερη σημασία έχει η συμπεριφορά της μάνας. Ποια είναι τα κυρίαρχα στοιχεία αυτής της συμπεριφοράς και ποιες οι συνέπειες για τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας; Στην απάντησή σας να λάβετε υπόψη και τα δύο κείμενα.
Στρατ Μυριβήλη, « Βασίλης ’Αρβανίτης» (απόσπασμα)
(Ρένου, ρκου και Στάντη ’Αποστολίδη, νθολογία τς Νεοελληνικς Γραμματείας, Τ Νέα λληνικά, 20045, σσ. 350-352)
Κείνη τ χρονι ταν πο γεννήθηκε τ Λενάκι μας. Τ στερνοπαίδι ταν, χτο στ σειρά. Λιανό, μ δύνατα ποδαράκια, μαλακά, κάτι σταχτι ματάκια, λυπημένα π τώρα. μητέρα, π τς πρτες μέρες φοβήθηκε πς δ θ τ στεριώσ. Δν εχε κα γάλα στ βυζί— πρώτη φορ μέσα σ τόσες γέννες!
—Γιατί δν τ βυζαίνεις τ Λενάκι μας; ... ρωτοσε αστηρ Φανή, πο ταν τεσσάρω χρον κα σούφρωνε κιόλας τ ψιλ φρύδια της.
—Γιατ προφτάσατε κα μο τ πιατε λο τ γάλα. Δν φήσατε τίποτα γι τ Λενάκι μας.
Κ’ Φανή, πο τν πότιζαν μ τ ζόρι τ γάλα της, κλαιγε γι τ’ δικο πο τς ρίχναν κα χτύπαγε τ πόδι:
—Δν τόπια γώ, μανούλα, δν τόπια γώ!
πατέρας, λοιπόν, γόρασε μι κατσίκα γι τ Λενάκι. ταν σπρη κα κανελλιά, πρωτόγεννη. μορφη σ ζωγραφιά. Εχε κα κάτι βελούδινα σκουλαρίκια κάτω πό τ σαγόνι, κα τ λέγαμε: « Ντουντού». ταν μερη, κουγε στ’ νομά της. βγαζε κα πολύ γάλα. μως τ Λενάκι μας, πάλι δν λεγε να σαρκώσ.
Μαζευόμαστε γύρω στν κούνια του λα τ παιδιά, το κάναμε παιχνίδια κα κανάκια, μ κενο ποτς δ χάραζε τ χειλάκι του. Μήτε ν πς κ’ κλαιγε σν τ’
ΤΕΛΟΣ 5ΗΣ ΑΠΟ 6 ΣΕΛΙΔΕΣ

ΑΡΧΗ 6ΗΣ ΣΕΛΙΔΑΣ
λλα τα μωρά. Μς βλεπε μονάχα μ τ λυπημένα ματάκια του κα βύζαινε συχα τ δάχτυλο. Κα μες κοιταζόμασταν κα φεύγαμε νας-νας πό κοντά του.
μητέρα κλαιγε κα το ’λεγε με τ γλυκιά της φων παραπονιάρικα νανουρίσματα. Τόλεγε «τ’ ποξυστάρι μου». ποξυστάρι ταν τ λειψ ψωμάκι. Τόπλαθε στ τέλος πως-πως, μ τ’ πομεινάρια πο ξεκολνοσε π τν ξυλόσκαφη, σν τέλειωνε ζυμωσιά.
Μονάδες 20

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου